Η νέα Εθνική ομάδα του Ιβάν Γιοβάνοβιτς που αλλάζει τον χάρτη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου
Από το Βελιγράδι έως το Άουγκσμπουργκ, η γαλανόλευκη δεν φοβάται πλέον τα μεγαθήρια και χτίζει τη δική της κυριαρχία με στρατηγική και ταλέντο.
Αρκεί να έβλεπε κανείς τα συνοφρυωμένα πρόσωπα των Ελλήνων παικτών μετά το τελευταίο σφύριγμα στην κατάμεστη Τούμπα, για να αντιληφθεί τη νέα φιλοσοφία που έχει εμφυσήσει ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς στην Εθνική ομάδα. Παρά το 2-2 απέναντι στην Ολλανδία και τη διατήρηση της πρώτης θέσης στον όμιλο της League A του Nations League, οι διεθνείς μας ένιωθαν απογοητευμένοι. Αυτό το αίσθημα της «χαμένης ευκαιρίας» απέναντι σε μια ιστορική δύναμη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου αποτελεί την καλύτερη απόδειξη πως η Εθνική δεν παίζει πια για να περιορίσει τη ζημιά, αλλά για να κερδίσει.
Το «θαύμα» αυτό δεν ήρθε από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς ανέλαβε μια ομάδα που αναζητούσε ταυτότητα και, με τον χαρακτηριστικό ήρεμο τρόπο του, την έχτισε μεθοδικά. Τα δείγματα γραφής ήταν εμφανή από το 2-1 επί της Αγγλίας στο Γουέμπλεϊ τον Οκτώβριο του 2024 και το επιβλητικό 3-0 επί της Σκωτίας στο Χάμπντεν Παρκ τον Μάρτιο του 2025. Όταν η κλήρωση έφερε στο δρόμο της ομάδας μεγαθήρια όπως η Γερμανία, η Ολλανδία και η Σερβία, πολλοί αμφέβαλαν. Όμως, η νίκη με 1-2 στο Βελιγράδι, με τα καθοριστικά γκολ των Χρήστου Τζόλη και Τάσου Δουβίκα, απέδειξε πως η Ελλάδα έχει αλλάξει πρόσωπο.
Η στρατηγική του Γιοβάνοβιτς βασίζεται σε ένα ρόστερ που ωριμάζει ταυτόχρονα. Πρωταγωνιστές όπως ο Κωνσταντίνος Καρέτσας, ο οποίος στα 18 του εντυπωσιάζει με την Μπορούσια Ντόρτμουντ, ο Χρήστος Τζόλης που διαπρέπει στην Άρσεναλ και ο Κωνσταντής Τζολάκης που υπερασπίζεται την εστία του στη Χαλ, προσδίδουν στην ομάδα μια νέα δυναμική. Μαζί τους, παίκτες όπως ο Κωνσταντίνος Κουλιεράκης, ο Χρήστος Μουζακίτης και ο Μπάμπης Κωστούλας συνθέτουν ένα σύνολο που δεν βασίζεται στην τύχη, αλλά στην ευφυΐα και την ευγενή άμιλλα. Η εποχή που η Εθνική βασιζόταν σε έναν ή δύο παίκτες έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σήμερα, η ομάδα διαθέτει βάθος, ποιότητα και κυρίως την αυτοπεποίθηση να κοιτάζει στα μάτια κάθε αντίπαλο, ανεξαρτήτως μεγέθους.