Σπλαχνικό λίπος: Πώς η συσσώρευση στην κοιλιά αυξάνει τον κίνδυνο για 6 μορφές καρκίνου
Γιατί η κατανομή του λίπους είναι πιο καθοριστική από τον δείκτη μάζας σώματος και πώς η περιφέρεια της μέσης «προδίδει» τη μεταβολική σας υγεία.
Η κατανομή του σωματικού λίπους φαίνεται πως είναι ένας κρίσιμος δείκτης για την υγεία μας, πολύ πιο ακριβής από τον παραδοσιακό δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of the National Cancer Institute, το σπλαχνικό λίπος —δηλαδή το λίπος που αποθηκεύεται βαθιά στην κοιλιά γύρω από τα εσωτερικά όργανα— συνδέεται άμεσα με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης έξι συγκεκριμένων μορφών καρκίνου.
Οι ερευνητές, αναλύοντας δεδομένα από περισσότερους από 400.000 συμμετέχοντες, διαπίστωσαν ότι το σπλαχνικό λίπος δεν είναι απλώς μια αποθήκη ενέργειας, αλλά ένας «μεταβολικά ενεργός» ιστός. Σε αντίθεση με το υποδόριο λίπος που βρίσκεται κάτω από το δέρμα, το σπλαχνικό λίπος απελευθερώνει φλεγμονώδη μόρια και ορμόνες που διαταράσσουν την κυτταρική λειτουργία. Αυτή η διαδικασία τροφοδοτεί χρόνια φλεγμονή, προκαλεί αντίσταση στην ινσουλίνη και αυξάνει τα επίπεδα οιστρογόνων, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ευνοεί την ανάπτυξη όγκων.
Συγκεκριμένα, η κεντρική αποθήκευση λίπους έχει συνδεθεί με υψηλότερο κίνδυνο για:
* Καρκίνο του παχέος εντέρου
* Καρκίνο του παγκρέατος
* Καρκίνο του ήπατος
* Καρκίνο του ενδομητρίου
* Καρκίνο των νεφρών
* Καρκίνο του μαστού (ιδιαίτερα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες)
Η επιστημονική κοινότητα τονίζει πως το σχήμα του σώματος παίζει ρόλο: άτομα με σχήμα «μήλου» (περισσότερο λίπος στην κοιλιά) αντιμετωπίζουν μεγαλύτερους κινδύνους σε σχέση με εκείνα που έχουν σχήμα «αχλαδιού» (λίπος γύρω από τους γοφούς).
Για τον έλεγχο του μεταβολικού κινδύνου, οι ειδικοί προτείνουν την παρακολούθηση της περιφέρειας της μέσης αντί για τον απλό υπολογισμό του βάρους. Τα υγιή όρια ορίζονται κάτω από τα 80 εκατοστά για τις γυναίκες και κάτω από τα 94 εκατοστά για τους άνδρες. Ευτυχώς, η μείωση του σπλαχνικού λίπους είναι εφικτή μέσω της τακτικής αερόβιας άσκησης, της ισορροπημένης διατροφής με έμφαση στα δημητριακά ολικής αλέσεως και τα λαχανικά, καθώς και της σωστής διαχείρισης του ύπνου και του στρες. Ακόμα και μια απώλεια βάρους της τάξεως του 5-10% μπορεί να επιφέρει σημαντικές βελτιώσεις στις φλεγμονώδεις παραμέτρους του οργανισμού, μειώνοντας δραστικά τους κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη υγεία.