Ρύθμιση οφειλών: Από τις 72 στις 120 δόσεις η αποπληρωμή χρεών προς Εφορία και ΕΦΚΑ
Διευρύνονται τα χρονικά περιθώρια για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με την προθεσμία υποβολής αιτήσεων να παρατείνεται έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Σημαντικές αλλαγές έρχονται για τους οφειλέτες που αναζητούν διέξοδο στα χρέη τους προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Η κυβέρνηση προχωρά στη διεύρυνση της γνωστής ρύθμισης, αυξάνοντας τον αριθμό των δόσεων από 72 σε 120. Την πρωτοβουλία παρουσίασε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με στόχο να προσφέρει «ανάσα» σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, μειώνοντας το ύψος της μηνιαίας επιβάρυνσης μέσω της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής.
Στο νέο πλαίσιο μπορούν να ενταχθούν οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024. Η επέκταση της περιμέτρου καλύπτει πλέον επιπλέον ένα έτος, συγκριτικά με το προηγούμενο καθεστώς που αφορούσε χρέη έως το τέλος του 2023. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι οι συγκεκριμένες οφειλές να μην τελούν σε καθεστώς ρύθμισης την 30ή Σεπτεμβρίου 2026.
Οι ευνοϊκές αλλαγές δεν αφορούν μόνο τους νέους αιτούντες, αλλά και όσους έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις, οι οποίοι αποκτούν το δικαίωμα να μεταφέρουν το υπόλοιπο της οφειλής τους στο νέο σχήμα των 120 δόσεων. Η ελάχιστη μηνιαία καταβολή παραμένει σταθερή στα 30 ευρώ, ενώ η καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή της αίτησης ορίστηκε για τις 30 Ιουνίου 2027.
Σχετικά με το κόστος, το επιτόκιο της ρύθμισης διαμορφώνεται στο 5,84%, ευθυγραμμιζόμενο με την πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων. Παρά τα αιτήματα της αγοράς για «κούρεμα» των προσαυξήσεων, η νέα ρύθμιση δεν προβλέπει διαγραφή χρεών, εστιάζοντας αποκλειστικά στη διευκόλυνση της αποπληρωμής μέσω των δόσεων. Επισημαίνεται ότι όσοι είχαν ήδη υπαχθεί στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων δεν μπορούν να μεταπηδήσουν στις 120, ενώ για νεότερα χρέη (από 1η Ιανουαρίου 2025) ισχύει το υφιστάμενο πλαίσιο των 24 δόσεων. Παράλληλα, παραμένει διαθέσιμος ο εξωδικαστικός μηχανισμός για όσους διατηρούν συνολικές οφειλές προς Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες ή servicers, με το όριο ένταξης να έχει μειωθεί στις 5.000 ευρώ από τις 10.000 ευρώ που ίσχυαν προηγουμένως.