Αλέξανδρος Λουκασένκο: Η Λευκορωσία δεν διαθέτει αρκετή ποτάσα για τις ανάγκες του Ντόναλντ Τραμπ
Ο πρόεδρος της Λευκορωσίας απαντά στις φιλοδοξίες του Αμερικανού προέδρου για φθηνότερες εισαγωγές λιπασμάτων, θέτοντας ως όρο την αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων.
Ο πρόεδρος της Λευκορωσίας, Αλέξανδρος Λουκασένκο, έβαλε τέλος στις προσδοκίες για μια μεγάλη συμφωνία προμήθειας ποτάσας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά το ενδιαφέρον του Ντόναλντ Τραμπ για την εισαγωγή του βασικού αυτού λιπάσματος από τη Λευκορωσία, με σκοπό τη μείωση του κόστους για τους Αμερικανούς αγρότες, ο Λουκασένκο ξεκαθάρισε ότι η παραγωγή της χώρας του είναι ήδη πλήρως δεσμευμένη.
«Ακόμη κι αν θέλαμε να προμηθεύσουμε άλλες δυτικές αγορές, απλώς δεν έχουμε αυτές τις ποσότητες — όλα είναι ήδη συμβολαιοποιημένα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Λουκασένκο τη Δευτέρα.
Η δήλωση αυτή έρχεται σε άμεση αντίθεση με τις πρόσφατες εξαγγελίες του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις για μια τεράστια συμφωνία, τονίζοντας ότι οι τιμές της λευκορωσικής ποτάσας είναι σημαντικά χαμηλότερες από αυτές του Καναδά, του μεγαλύτερου παραγωγού παγκοσμίως. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (USGS), ο Καναδάς παράγει περίπου 15 εκατομμύρια μετρικούς τόνους ετησίως, ενώ η Λευκορωσία παράγει περίπου 6 εκατομμύρια μετρικούς τόνους, ποσότητα που οριακά υπερκαλύπτει τις ετήσιες αμερικανικές εισαγωγές των 5,6 εκατομμυρίων τόνων.
Παρά την πρόσφατη άρση των κυρώσεων τον Μάρτιο —που είχαν επιβληθεί μετά τις αμφιλεγόμενες εκλογές του 2020— ο Λουκασένκο εμφανίζεται αδιάλλακτος σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Για την περαιτέρω συνεργασία, ο Λευκορώσος πρόεδρος θέτει ως απαράβατο όρο την αποδέσμευση κρατικών κεφαλαίων της χώρας του, ύψους περίπου 43–44 εκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία παραμένουν παγωμένα στη Citibank από το 2022 λόγω των κυρώσεων για τη στάση της χώρας στον πόλεμο στην Ουκρανία. «Πρώτα δώστε μας πίσω τα χρήματά μας», διεμήνυσε ο ίδιος, σκιαγραφώντας ένα περίπλοκο πλαίσιο για τις μελλοντικές εμπορικές σχέσεις Μινσκ και Ουάσινγκτον.
