Ρωσική fintech διοχέτευσε 6,9 δισεκατομμύρια δολάρια στο διεθνές τραπεζικό σύστημα παρακάμπτοντας κυρώσεις
Αποκαλυπτική έρευνα δείχνει πώς η A7 χρησιμοποίησε δίκτυα εταιρειών-βιτρινών για να διακινήσει κεφάλαια συνδεδεμένα με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ένα περίπλοκο δίκτυο παραπλάνησης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος είχε στήσει, με τις ευλογίες του Κρεμλίνου, η ρωσική εταιρεία τεχνολογίας πληρωμών A7. Η εταιρεία δημιουργήθηκε ως εναλλακτική λύση στο δυτικό σύστημα πληρωμών, μετά την επιβολή κυρώσεων στις ρωσικές τράπεζες εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με εκτενή έρευνα των Financial Times, οι οποίοι επεξεργάστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες εσωτερικά έγγραφα, η A7 χρησιμοποίησε ένα τεράστιο δίκτυο εταιρειών-βιτρινών και συστηματική πλαστογράφηση εγγράφων. Μέσω αυτής της μεθόδου, κατάφερε να διοχετεύσει περισσότερα από 6,9 δισεκατομμύρια δολάρια στο διεθνές τραπεζικό κύκλωμα, παρακάμπτοντας τις δυτικές κυρώσεις.
Στη λίστα των τραπεζών που φέρεται να διαχειρίστηκαν ύποπτες συναλλαγές συγκαταλέγονται κολοσσοί όπως η Standard Chartered, η Citigroup, η JPMorgan Chase, η Deutsche Bank, η DBS της Σιγκαπούρης και η First Abu Dhabi Bank. Στα αρχεία εντοπίστηκαν μάλιστα συναλλαγές που σχετίζονται με ευαίσθητα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου στρατιωτικού εξοπλισμού και αγορών από ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας.
Η A7, που παρουσιάστηκε από τη Μόσχα ως καινοτόμο εργαλείο μετά τον αποκλεισμό ρωσικών ιδρυμάτων από το Swift τον Φεβρουάριο του 2022, βασίστηκε τελικά σε παλαιομοδίτικες μεθόδους ξεπλύματος χρήματος. Η εταιρεία ιδρύθηκε στη Ρωσία και το Κιργιστάν από τον Μολδαβό ολιγάρχη Ιλάν Σορ, με την καθοριστική στήριξη της κρατικής Promsvyazbank (PSB), η οποία διατηρεί στενούς δεσμούς με τη ρωσική αμυντική βιομηχανία. Ο ίδιος ο Σορ είχε δηλώσει τον Ιούλιο στο πρακτορείο Tass πως το σύστημα είναι σχεδιασμένο για να παραμένει ανθεκτικό στις διεθνείς κυρώσεις, ενώ το Κρεμλίνο το προωθεί πλέον ως τον βασικό πάροχο για τις διασυνοριακές πληρωμές της χώρας.
