Τηλεφωνική επικοινωνία Γουάνγκ Γι και Μάρκο Ρούμπιο ενόψει της επίσκεψης του Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον
Στο επίκεντρο των συνομιλιών η προετοιμασία της κρίσιμης συνάντησης κορυφής και η διαχείριση των διμερών σχέσεων μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ.
Σε κλίμα προετοιμασίας για την επικείμενη συνάντηση κορυφής μεταξύ των ηγετών τους, ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας, Γουάνγκ Γι, είχε σήμερα τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αμερικανό ομόλογό του, Μάρκο Ρούμπιο. Την είδηση μετέδωσε το επίσημο κινεζικό πρακτορείο Xinhua, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διπλωματίας σε ανώτατο επίπεδο.
Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους, ο Γουάνγκ τόνισε ότι η Κίνα και οι ΗΠΑ οφείλουν να προχωρήσουν στο επόμενο στάδιο των επαφών τους με πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού και ισότητας. «Η διπλωματία σε επίπεδο ηγετών αποτελεί την άγκυρα των δεσμών μας», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Κινέζος αξιωματούχος, καλώντας τις δύο πλευρές να ενισχύσουν τη συνεργασία τους, να διαχειριστούν τις μεταξύ τους διαφορές και να σεβαστούν τα βασικά συμφέροντα της άλλης πλευράς. Στη συζήτηση τέθηκε επίσης το ζήτημα της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, θέμα που είχε απασχολήσει και την προηγούμενη συνάντηση του Γουάνγκ με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, στο Πεκίνο.
Όσον αφορά την επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον, οι πληροφορίες του Γαλλικού Πρακτορείου αναφέρουν ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ προγραμματίζει μια ασυνήθιστη για τα δεδομένα του κίνηση, υποδεχόμενος τον Κινέζο ηγέτη προσωπικά στο αεροδρόμιο. Η τελετή υποδοχής αναμένεται στην αεροπορική βάση Άντριους στις 16.00, τοπική ώρα (24 Σεπτεμβρίου, 23.00 ώρα Ελλάδας).
Παρά τις υψηλές προσδοκίες για τη συμβολική σημασία της υποδοχής, οι αναλυτές παραμένουν επιφυλακτικοί. Ο Τζόναθαν Τσιν από το Brookings Institution χαρακτήρισε τη συνάντηση ως μια κίνηση που στοχεύει στη διάσωση των προσχημάτων, προβλέποντας ότι η εστίαση θα δοθεί περισσότερο στις προσωπικές σχέσεις των ηγετών παρά σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Από την πλευρά της, η Τζούντιθ Σαπίρο από το American University εκτίμησε ότι, πέρα από τον συμβολισμό, το κρίσιμο στοιχείο παραμένει η πραγματοποίηση της ίδιας της επίσκεψης, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε παράταση της «εκεχειρίας» στον εμπορικό πόλεμο και σε νέες συναντήσεις εντός του έτους.
