Ο Μιχάιλο Φεντόροφ προτείνει στις ΗΠΑ τη δημιουργία στόλου drones με αντάλλαγμα πυραύλους Patriot
Ο πρώην υπουργός Άμυνας της Ουκρανίας αναζητά επενδύσεις για ένα fund αμυντικής τεχνολογίας, με στόχο την ανάπτυξη οπλικών συστημάτων που θα αλλάξουν τα δεδομένα του πολέμου.
Την ίδρυση ενός επενδυτικού κεφαλαίου αμυντικής τεχνολογίας, το οποίο φιλοδοξεί να επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική στον πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, προωθεί ο πρώην υπουργός Άμυνας, Μιχάιλο Φεντόροφ. Σε συνέντευξή του στους Financial Times στην Ουάσινγκτον, ο Φεντόροφ –ο οποίος απομακρύνθηκε από τη θέση του από τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι τον περασμένο μήνα– αποκάλυψε την πρόθεσή του να συνδράμει τις ΗΠΑ στην ανάπτυξη ενός «στρατού από drones». Αντάλλαγμα για αυτή τη συνεργασία θα αποτελούσε η προμήθεια αμερικανικών αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot, απαραίτητων για την ενίσχυση της ουκρανικής αεράμυνας απέναντι στις ρωσικές επιθέσεις.
Το προτεινόμενο fund δεν θα περιορίζεται στο ρόλο ενός κλασικού επενδυτικού κεφαλαίου, καθώς θα έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί δικές του εταιρείες αλλά και να στηρίζει υφιστάμενες ουκρανικές start-ups. Ο Φεντόροφ, ο οποίος βρίσκεται σε συζητήσεις με εκπροσώπους της αγοράς venture capital και αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας, θέτει ως τρεις βασικές προτεραιότητες την ανάπτυξη ρομποτικών συστημάτων για το πεδίο της μάχης, τη δημιουργία φθηνών drones αναχαίτισης υψηλής ταχύτητας και τον σχεδιασμό πυραύλων χαμηλού κόστους με ενσωματωμένη τεχνητή νοημοσύνη.
Ο 35χρονος Φεντόροφ, ο νεότερος υπουργός Άμυνας στην ιστορία της χώρας, βρέθηκε στο επίκεντρο πολιτικών τριγμών μετά την αιφνίδια απομάκρυνσή του, η οποία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο Κίεβο. Παράλληλα, η απόφασή του να αναλάβει ρόλο άμισθου συμβούλου του Ιταλού υπουργού Άμυνας μετά από επίσκεψή του στη Ρώμη, πυροδότησε επικρίσεις από Ουκρανούς βουλευτές, όπως ο Ολέξι Γκοντσαρένκο, ο οποίος προειδοποίησε για τον κίνδυνο διαρροής ευαίσθητων στρατιωτικών δεδομένων. Ο ίδιος πάντως υποστηρίζει πως οι συμβουλευτικές του θέσεις στο εξωτερικό ανοίγουν παράθυρα συνεργασίας με χώρες που διαθέτουν κρίσιμες αμυντικές δυνατότητες, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για παρόμοιες κινήσεις στη Γαλλία και τις ΗΠΑ.