Στρατηγική συμμαχία Μέκκας: Η απάντηση της Τουρκίας στη συνεργασία Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου
Γιατί η Άγκυρα αναζητά νέο ρόλο ασφαλείας μέσω Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, επιχειρώντας να ξεφύγει από την περιοριστική «ομπρέλα» του ΝΑΤΟ.
Η υπογραφή της Κοινής Αμυντικής Συμφωνίας της Μέκκας από τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία αποτελεί μια στρατηγική κίνηση που αλλάζει τις ισορροπίες. Αντίθετα με τις αρχικές εκτιμήσεις που ήθελαν τη συμφωνία ως μια σπασμωδική αντίδραση, η ανάλυση του Middle East Eye καταδεικνύει μια βαθιά σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ τριών δυνάμεων που, αν και διαφέρουν γεωγραφικά, συμμερίζονται μια κοινή αγωνία: το παλαιό σύστημα ασφαλείας στη Μέση Ανατολή και τη Νοτιοδυτική Ασία δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί τη σταθερότητα.
Η συμφωνία θεσπίζει μια ρήτρα συλλογικής άμυνας, όπου η επίθεση κατά ενός μέλους θεωρείται επίθεση κατά όλων. Ωστόσο, η πραγματική ουσία κρύβεται στους λόγους που ώθησαν την Τουρκία σε αυτή την επιλογή. Η Άγκυρα, παρά την ιδιότητά της ως μέλος του ΝΑΤΟ, επιδιώκει μια πιο ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, θεωρώντας τη Συρία, το Ιράκ, τον Λίβανο, τη Λιβύη, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο, τη Ρωσία, το Ιράν και την Ευρώπη ως άμεση ζώνη των συμφερόντων της.
Η τουρκική οπτική είναι ξεκάθαρη: η χώρα δεν μπορεί να αγνοήσει το δίκτυο στρατιωτικής συνεργασίας που έχουν αναπτύξει το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος. Μετά τη δέκατη τριμερή σύνοδο των τριών χωρών τον περασμένο Δεκέμβριο και τις κοινές ασκήσεις τους, η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι τα συμφέροντά της συγκρούονται άμεσα με αυτόν τον άξονα. Για να μειώσει την ευαλωτότητά της και να μην περιορίζεται αποκλειστικά στο πλαίσιο των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, η Τουρκία επέλεξε να ενταχθεί σε ένα ήδη υπάρχον δίκτυο αμυντικής συνεργασίας, ενισχύοντας τη δική της αποτρεπτική ισχύ σε μια περιοχή που μετασχηματίζεται ραγδαία.