DATAMED Α.Ε.: Το ερώτημα για τον ψηφιακό έλεγχο των δημόσιων συμβάσεων
Η υπόθεση με τις συμβάσεις εκατομμυρίων αναδεικνύει την ανάγκη για ψηφιακή ανεξαρτησία και ανοιχτά δεδομένα στο Δημόσιο.
Η πρόσφατη αποκάλυψη της εφημερίδας «δημοκρατία» σχετικά με τις συμβάσεις της DATAMED Α.Ε. με φορείς του Δημοσίου αναζωπυρώνει μια κρίσιμη συζήτηση που ξεπερνά τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της 10ης Αυγούστου 2026, η εταιρεία, στην οποία συμμετέχουν συγγενικά πρόσωπα του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Μανώλη Χριστοδουλάκη, φέρεται να έχει συνάψει από το 2019 περισσότερες από 170 συμβάσεις, συνολικής αξίας που υπερβαίνει τα 9 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ. Ενώ ο Μανώλης Χριστοδουλάκης κάνει λόγο για πολιτική στοχοποίηση και η εταιρεία υποστηρίζει τη νομιμότητα των διαδικασιών, το περιστατικό φωτίζει το διαχρονικό πρόβλημα του «εγκλωβισμού» του Δημοσίου σε συγκεκριμένους προμηθευτές (vendor lock-in).
Το ζήτημα της ψηφιακής ανεξαρτησίας είναι κεντρικό: πολλές φορές το Δημόσιο χρηματοδοτεί έργα λογισμικού χωρίς να κατέχει τον πηγαίο κώδικα ή την πλήρη τεχνική τεκμηρίωση. Αυτό δημιουργεί μια σχέση εξάρτησης, όπου ο αρχικός ανάδοχος γίνεται ο μοναδικός ικανός να συντηρήσει ή να εξελίξει το σύστημα. Για να αποφευχθεί αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί τη λογική «δημόσιο χρήμα, δημόσιος κώδικας», προτείνοντας το λογισμικό που χρηματοδοτείται από τους πολίτες να αποτελεί ψηφιακό αγαθό.
Παράλληλα, η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη για πραγματικά ανοιχτά δεδομένα. Η διαφάνεια δεν εξαντλείται στην ανάρτηση εγγράφων σε μορφή PDF, αλλά απαιτεί δομημένα dataset που επιτρέπουν την εύκολη ανάλυση και τον έλεγχο από δημοσιογράφους και πολίτες. Σε ένα ώριμο σύστημα, ο έλεγχος των συμβάσεων και των πληρωμών θα έπρεπε να είναι εφικτός άμεσα, χωρίς την επίπονη χειροκίνητη έρευνα. Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται, το ερώτημα παραμένει επιτακτικό: όταν ολοκληρώνεται μια σύμβαση, ποιος διατηρεί πραγματικά τον έλεγχο των ψηφιακών υποδομών; Η απάντηση πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτα το Δημόσιο.