Τα δύο πρόσωπα της ελληνικής οικονομίας: Πλούτος που αυξάνεται και δάνεια που «φουσκώνουν»
Ενώ η αξία των περιουσιακών στοιχείων ανεβαίνει, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να καταναλώνουν τις αποταμιεύσεις τους και να καταφεύγουν στον δανεισμό για να καλύψουν το κόστος διαβίωσης.
Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει μια εικόνα διττής πραγματικότητας για τα νοικοκυριά, όπως αποκαλύπτει η πρόσφατη μελέτη της Alpha Bank με τίτλο «Εισόδημα και Πλούτος: Η Οικονομική Θέση των Ελληνικών Νοικοκυριών έναντι της Ευρωζώνης». Αν και το διαθέσιμο εισόδημα σημειώνει ανοδική πορεία, η καθημερινή επιβίωση παραμένει μια πρόκληση, καθώς η ακρίβεια πιέζει ασφυκτικά τους προϋπολογισμούς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,2% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, ξεπερνώντας τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό. Οι κύριοι μοχλοί αυτής της ανόδου ήταν η εργασία και η επιχειρηματική δραστηριότητα. Παράλληλα, ο ακαθάριστος πλούτος των νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2025, καταγράφοντας σωρευτική άνοδο 19% ή 161 δισ. ευρώ μέσα στη διετία 2024-2025, κυρίως λόγω της ανόδου στις τιμές των ακινήτων και των χρηματοοικονομικών στοιχείων.
Ωστόσο, η «δεύτερη ανάγνωση» της μελέτης αποκαλύπτει μια ανησυχητική τάση: η αποταμίευση παραμένει αρνητική, στο -3% του διαθέσιμου εισοδήματος. Αυτό συμβαίνει γιατί η ιδιωτική κατανάλωση υπερβαίνει τα τρέχοντα εισοδήματα, αναγκάζοντας τους πολίτες να αξιοποιούν αποταμιεύσεις της περιόδου της πανδημίας και να καταφεύγουν στον δανεισμό. Ο ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων κινείται έντονα ανοδικά, αγγίζοντας το 6,9% τον Ιούνιο.
Η σύγκριση με την Ευρωζώνη είναι κατατοπιστική: η Ελλάδα διαθέτει υψηλή περιουσιακή βάση, κυρίως λόγω της ακίνητης περιουσίας, αλλά υστερεί σημαντικά στο ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο. Έτσι, παρόλο που η οικονομική εικόνα βελτιώνεται στατιστικά, το μέσο νοικοκυριό δεν αισθάνεται οικονομικά ασφαλές, καθώς η «φουσκωμένη» αξία της περιουσίας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ρευστότητα για τις καθημερινές ανάγκες. Η βελτίωση που παρατηρείται, αν και υπαρκτή, παραμένει εύθραυστη απέναντι στις συνεχιζόμενες πιέσεις της διεθνούς ακρίβειας.