Η πρόταση Πιερρακάκη για τα έσοδα από το ραδιοφάσμα που αλλάζει τον προϋπολογισμό της ΕΕ
Ο πρόεδρος του Eurogroup προτείνει ένα μοντέλο βασισμένο στην ελληνική καινοτομία του 2020, προκαλώντας συζητήσεις για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης ενόψει του πλαισίου 2028-2034.
Μπορούν να βρεθούν νέα έσοδα για την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς την επιβολή πρόσθετων φόρων; Η απάντηση, σύμφωνα με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών της Ελλάδας και πρόεδρο του Eurogroup, Κυριάκο Πιερρακάκη, βρίσκεται στις δημοπρασίες ραδιοφάσματος κινητών επικοινωνιών. Σε μια περίοδο όπου οι διαπραγματεύσεις για το νέο επταετές δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ εντείνονται, ο Έλληνας υπουργός προτείνει τα έσοδα από τις συχνότητες, που μέχρι σήμερα κατέληγαν αποκλειστικά στα εθνικά ταμεία, να κατευθύνονται εν μέρει στις Βρυξέλλες.
Η ιδέα του Κυριάκου Πιερρακάκη, όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα του Politico, «δανείζεται» στοιχεία από την ελληνική εμπειρία του 2020. Τότε, η χώρα μας είχε διαθέσει το 25% των εσόδων από τη δημοπρασία φάσματος για τη δημιουργία επενδυτικού ταμείου με στόχο την ενίσχυση εταιρειών 5G. Η τρέχουσα εισήγηση προβλέπει ότι το 75% των εσόδων θα ενσωματώνεται στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ, ενώ το 25% θα κατευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ).
Το ζήτημα είναι κρίσιμο, καθώς από το 2020 οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι στην Ευρώπη έχουν δαπανήσει πάνω από 50 δισ. ευρώ για άδειες χρήσης, με το σύστημα να δέχεται κριτική πως επιβαρύνει τις επενδύσεις. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υποστηρίζει ότι η εναρμόνιση των διαδικασιών θα μειώσει τον κατακερματισμό της αγοράς, ενισχύοντας τους ευρωπαϊκούς «βιομηχανικούς πρωταθλητές» και μειώνοντας την εξάρτηση από αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.
Ωστόσο, η πρόταση αναμένεται να συναντήσει εμπόδια. Πολλά κράτη-μέλη είναι επιφυλακτικά απέναντι στην απώλεια εθνικών εσόδων, ενώ ο Ευρωπαίος αξιωματούχος Michał Kobosko, εισηγητής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επισημαίνει την ανάγκη για έναν νέο τρόπο αξιοποίησης αυτών των πόρων. Παρά τις αντιδράσεις, ο πρόεδρος του Eurogroup επιμένει ότι απαιτείται πλέον μια λεπτομερής μελέτη επιπτώσεων, ώστε η συζήτηση για τον προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034 να αποκτήσει μια νέα, πιο αναπτυξιακή κατεύθυνση.