Φέτα και ελαιόλαδο: Οι δύο ελληνικοί «πρεσβευτές» που έφεραν έσοδα 2,1 δισ. ευρώ
Η δυναμική πορεία των εμβληματικών αγροτικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές και το στοίχημα της ψηφιοποίησης για τον κλάδο της ελαιοκομίας.
Η φέτα και το ελαιόλαδο αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, στηρίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγούς και ενισχύοντας την περιφερειακή ανάπτυξη. Η συνολική αξία των εξαγωγών τους ξεπέρασε το 2025 τα 2,1 δισ. ευρώ, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ποιότητα και η αυθεντικότητα των ελληνικών προϊόντων κατέχουν ισχυρή θέση στη διεθνή αγορά.
Όπως δήλωσε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, τα προϊόντα αυτά δεν είναι μόνο αναγνωρίσιμα εμπορικά σήματα, αλλά κομμάτι της εθνικής ταυτότητας. «Πίσω από αυτά βρίσκονται χιλιάδες αγροτικές οικογένειες και επιχειρήσεις που αξίζουν την προστασία μας», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Η φέτα παραμένει ο «βασιλιάς» των ελληνικών τυριών, καλύπτοντας το 64% της εγχώριας παραγωγής τυριών. Το 2025, η παραγωγή ανήλθε σε 152.700 τόνους, με το 69% αυτής να κατευθύνεται στο εξωτερικό, αποφέροντας 835 εκατομμύρια ευρώ. Κορυφαίος προορισμός παραμένει η Γερμανία, ενώ σημαντικές ποσότητες απορροφούν η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Αντίστοιχα, το ελληνικό ελαιόλαδο, με εξαγωγές που άγγιξαν το 1,31 δισ. ευρώ το 2025, παραμένει κορυφαία δύναμη παγκοσμίως, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση πίσω από την Ισπανία, την Τουρκία και την Τυνησία. Σύμφωνα με τον κ. Πρωτοψάλτη, η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι η αύξηση των εξαγωγών τυποποιημένων και επώνυμων προϊόντων, ώστε η προστιθέμενη αξία να επιστρέφει στον παραγωγό.
Στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης του κλάδου, προωθείται η επικαιροποίηση του Ελαιοκομικού Μητρώου μέσω της διαλειτουργικότητας συστημάτων με την ΑΑΔΕ και το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Η υποχρεωτική υποβολή των Δηλώσεων Συγκομιδής Ελαιοκάρπου μετατίθεται για την 1η Οκτωβρίου 2026, με στόχο την ψηφιακή απλούστευση των διαδικασιών για τους 700.000 παραγωγούς της χώρας.