Η επίσκεψη του Τραμπ στην Άγκυρα και ο δύσκολος γόρδιος δεσμός των κυρώσεων CAATSA
Όλα όσα κρύβονται πίσω από το τετ α τετ των δύο ηγετών και οι προσδοκίες για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων και των F-35.
Η επικείμενη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ και η πολυαναμενόμενη συνάντηση με τον Ταγίπ Ερντογάν βρίσκονται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Οι προσδοκίες είναι υψηλές, καθώς ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο για ένα «δώρο» προς τον Τούρκο ομόλογό του, τροφοδοτώντας τις εικασίες για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 ή την παροχή κινητήρων για το εθνικό μαχητικό αεροσκάφος KAAN.
Σύμφωνα με ανάλυση της Τουρκάλας δημοσιογράφου Χαντέ Φιράτ στη Hurryiet, η ατζέντα της συνάντησης είναι εξαιρετικά σύνθετη. Πίσω από την πρωτοκόλλου φωτογραφία των δύο ηγετών κρύβονται κρίσιμα ζητήματα, όπως οι κυρώσεις CAATSA, η κρίση των S-400, ο εκσυγχρονισμός των F-16, η αμυντική αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ, καθώς και οι εξελίξεις στη Συρία και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η πρόσκληση προς τον Τραμπ, η οποία έγινε απευθείας από τον Ταγίπ Ερντογάν, έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένης της συχνά επικριτικής στάσης του Αμερικανού προέδρου απέναντι στο ΝΑΤΟ. Για την Άγκυρα, η επίσκεψη αυτή συμβολίζει την αναγνώριση της Τουρκίας ως ισχυρού περιφερειακού παίκτη, ενώ η προσωπική διπλωματία φαίνεται να αποτελεί τον μοχλό πίεσης προς τον αμερικανικό κρατικό μηχανισμό.
Ωστόσο, ο «γόρδιος δεσμός» των κυρώσεων CAATSA παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο. Ο νόμος του 2017, που ενεργοποιήθηκε μετά την αγορά των ρωσικών S-400, οδήγησε στην αποβολή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35. Αν και ο Τραμπ μπορεί να χρησιμοποιήσει μηχανισμούς παράτασης, μια μόνιμη άρση των κυρώσεων απαιτεί την έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου. Εκεί, η στάση παραμένει διχασμένη, με μια πλευρά να τονίζει τη στρατιωτική σημασία της Τουρκίας στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή, και την άλλη να παραμένει ανένδοτη όσο το σύστημα των S-400 παραμένει σε τουρκικό έδαφος. Το πραγματικό τεστ, λοιπόν, για το μέλλον αυτών των σχέσεων θα κριθεί στους διαδρόμους της Ουάσιγκτον.