Ασφάλιστρα υγείας: Γιατί ο νέος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ δεν σταματά τις αυξήσεις
Το πραγματικό κόστος της ιδιωτικής περίθαλψης παραμένει το κεντρικό ζήτημα, παρά τις αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των ετήσιων αναπροσαρμογών.
Ο νέος Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής (ΕΔΑ), που δημοσίευσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), αναδεικνύει μια κρίσιμη αλήθεια για τα ασφάλιστρα υγείας: η αλλαγή στη μεθοδολογία υπολογισμού δεν αρκεί από μόνη της για να συγκρατήσει τις τιμές. Τα πρόσφατα στοιχεία μετατοπίζουν τη συζήτηση από τους μαθηματικούς τύπους στο πραγματικό κόστος της ιδιωτικής περίθαλψης, που αποτελεί τον πυρήνα των προκλήσεων για τον ασφαλιστικό κλάδο.
Για το 2024, ο δείκτης διαμορφώθηκε στο 7,23% για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας, τιμή που κινείται κοντά στις αυξήσεις που έχουν ήδη επιβληθεί στην αγορά. Παρά την αντικατάσταση του παλαιού δείκτη του ΙΟΒΕ, ο οποίος είχε βρεθεί στο επίκεντρο έντονων αντιδράσεων, η εικόνα παραμένει επιβαρυντική για τους κατόχους συμβολαίων.
Μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική καινοτομία της ΕΛΣΤΑΤ είναι η δημοσίευση ενός δεύτερου δείκτη, από τον οποίο έχει αφαιρεθεί η επίδραση της ηλικιακής γήρανσης των ασφαλισμένων. Η σύγκριση των δύο δεικτών φανερώνει τον καθοριστικό ρόλο που παίζει το δημογραφικό προφίλ του πληθυσμού, καθώς η διαφορά μεταξύ τους φθάνει τις 5,47 ποσοστιαίες μονάδες στα μακροχρόνια συμβόλαια.
Ωστόσο, η πραγματική πίεση δεν προέρχεται από την αύξηση της συχνότητας των νοσηλειών, η οποία παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη, αλλά από το αυξανόμενο κόστος ανά περιστατικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το μέσο κόστος ανά ζημιά ενισχύθηκε κατά 8,2%, από 4.563 ευρώ σε 4.938 ευρώ. Παρά τη συρρίκνωση του χαρτοφυλακίου των ασφαλισμένων, οι συνολικές αποζημιώσεις που κατέβαλαν οι εταιρείες ανήλθαν στα 229 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η ακρίβεια στις υπηρεσίες υγείας παραμένει ο κύριος μοχλός των αναπροσαρμογών. Η έρευνα της Αρχής Προστασίας Καταναλωτή συνεχίζεται, με την Τράπεζα της Ελλάδος να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην αγορά.