Αυξήσεις έως και πάνω από 8% στα ασφαλιστήρια υγείας για 231.797 συμβόλαια
Η πρώτη αναλυτική έρευνα της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς Προστασίας του Καταναλωτή αποκαλύπτει τις σημαντικές επιβαρύνσεις για τους ασφαλισμένους και την ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις.
Οι ασφαλισμένοι που διαθέτουν μακροχρόνια συμβόλαια υγείας βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντικές αυξήσεις στα ασφάλιστρά τους, οι οποίες αγγίζουν κατά μέσο όρο το 8%, όπως προκύπτει από την πρώτη συγκεντρωτική επεξεργασία στοιχείων που πραγματοποίησε η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς Προστασίας του Καταναλωτή υπό την πρόεδρο κα Δέσποινα Τσαγγάρη.
Η έρευνα, η οποία βασίστηκε σε δεδομένα από 11 ασφαλιστικές εταιρείες, καλύπτει συνολικά 231.797 κατόχους ενεργών μακροχρόνιων συμβολαίων. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι το συνολικό ύψος των καθαρών ασφαλίστρων του δείγματος αυξήθηκε από τα 295,4 εκατ. ευρώ το 2025 στα 319,7 εκατ. ευρώ το 2026, επιφέροντας μια πρόσθετη επιβάρυνση 24,2 εκατ. ευρώ για τους ασφαλισμένους.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι η μέση αύξηση, όταν υπολογίζεται με βάση το πραγματικό οικονομικό βάρος των συμβολαίων, ανέρχεται στο 8,20%. Οι αυξήσεις δεν είναι ομοιόμορφες, καθώς για το 56,13% των ασφαλισμένων η επιβάρυνση ξεπέρασε το 8%, ενώ ένα 15,93% των κατόχων συμβολαίων είδε τις αναπροσαρμογές να υπερβαίνουν το 9%.
Πέραν των οικονομικών στοιχείων, η Αρχή αναδεικνύει σοβαρά ζητήματα διαφάνειας. Διαπιστώθηκε έλλειψη ενιαίας μορφής ενημέρωσης, με τους ασφαλισμένους να μην γνωρίζουν με σαφήνεια αν η αύξηση οφείλεται σε ηλικιακή αναπροσαρμογή, σε αυξημένο κόστος νοσοκομειακών χρεώσεων ή σε συμβατικούς όρους.
Σε απάντηση αυτών των ευρημάτων, η Αρχή έχει ζητήσει πρόσθετη τεκμηρίωση από τις ασφαλιστικές εταιρείες, δίνοντας προτεραιότητα στη διερεύνηση των περιπτώσεων με αυξήσεις άνω του 9% και 10%. Παράλληλα, προτείνει τη θέσπιση ενός ενιαίου προτύπου ενημέρωσης που θα περιλαμβάνει καθαρά το παλαιό και το νέο ασφάλιστρο, καθώς και τους ακριβείς λόγους της αναπροσαρμογής. Η πλήρης τεχνική επεξεργασία των στοιχείων έχει ήδη διαβιβαστεί στην Τράπεζα της Ελλάδος για περαιτέρω αξιολόγηση.