Οι ψευδαισθήσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν και η ζοφερή πραγματικότητα ενός πολέμου φθοράς
Η σύγκρουση στην Ουκρανία ξεπέρασε σε διάρκεια τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετατρεπόμενη σε μια σύγχρονη, τεχνολογική κόλαση που επαναπροσδιορίζει τη στρατηγική της φθοράς.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε στη Μόσχα με μια ακλόνητη πεποίθηση: ότι η ρωσική στρατιωτική μηχανή θα κατέλυε το Κίεβο μέσα σε λίγες ημέρες, επιβάλλοντας τετελεσμένα προτού η Δύση προλάβει να αντιδράσει. Σήμερα, 1.572 ημέρες μετά, αυτή η αρχική βεβαιότητα έχει καταρρεύσει, δίνοντας τη θέση της σε έναν εξαντλητικό πόλεμο φθοράς χωρίς ορατή διπλωματική διέξοδο.
Η συμπλήρωση αυτού του αριθμού ημερών δεν αποτελεί απλώς ένα ημερολογιακό ορόσημο, αλλά ένα ιστορικό σοκ. Η σύγκρουση έχει πλέον διαρκέσει περισσότερο από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επαναφέροντας στη συλλογική μνήμη εικόνες από χαρακώματα, αδιέξοδα μέτωπα και μαζικές απώλειες. Αν και οι κλίμακες διαφέρουν, η διαπίστωση ότι ένας πόλεμος που σχεδιάστηκε ως κεραυνοβόλα επιχείρηση ξεπέρασε τη διαρκέστερη ευρωπαϊκή τραγωδία του 20ού αιώνα, υπογραμμίζει την αποτυχία του Βλαντιμίρ Πούτιν να προβλέψει την ουκρανική αντοχή και την αποφασιστικότητα της Δύσης.
Στο Ντονμπάς, το Μπαχμούτ, την Αβντιίβκα και το Ποκρόφσκ, το μέτωπο έχει παγώσει. Ωστόσο, η διαφορά με τα χαρακώματα του 1914 είναι χαοτική: τα drones έχουν καταστήσει το πεδίο μάχης μια συνεχή «ζώνη θανάτου», όπου η επιβίωση εξαρτάται από την απόκρυψη σε μικρά, βαθιά λαγούμια. Τα παραδοσιακά άρματα μάχης, στερημένα από την παλιά τους ελευθερία κινήσεων, μοιάζουν πλέον με κατάλοιπα μετα-αποκαλυπτικών ταινιών, προστατευμένα από αυτοσχέδιες θωρακίσεις.
Ο πόλεμος αυτός λειτουργεί ως ένα ζοφερό εργαστήριο. Δείχνει ότι, παρά την τεχνολογική υπεροχή των συστημάτων επιτήρησης, η ανθρώπινη φθορά παραμένει ο κεντρικός άξονας της στρατηγικής. Η Ρωσία δεν απέτυχε μόνο να καταλάβει το Κίεβο· απέτυχε να ελέγξει τον χρόνο και τη φύση της σύγκρουσης, παγιδεύοντας τον εαυτό της σε μια σταδιακή εξάντληση ανθρώπων, υλικών και πολιτικής ισχύος.