Παγκόσμια οικονομική αναταραχή: Το κόστος του πολέμου στο Ιράν ξεπέρασε τα 25 δισ. δολάρια
Τουλάχιστον 279 μεγάλες επιχειρήσεις σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική προχωρούν σε περικοπές και αυξήσεις τιμών, καθώς η κρίση στα Στενά του Ορμούζ εκτοξεύει την τιμή του πετρελαίου.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν έχει προκαλέσει ένα βαρύ οικονομικό πλήγμα στις παγκόσμιες αγορές, με το κόστος για τις επιχειρήσεις να ξεπερνά ήδη τα 25 δισ. δολάρια. Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, οι επιπτώσεις της αναταραχής είναι αισθητές σε ολόκληρο τον πλανήτη, καθώς η παρακώλυση των εμπορικών δρομολογίων λόγω του ελέγχου των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει οδηγήσει σε εκτόξευση των τιμών της ενέργειας και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Ήδη, 279 εισηγμένες επιχειρήσεις έχουν αναγκαστεί να λάβουν έκτακτα αμυντικά μέτρα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αναστολή μερισμάτων, η μείωση της παραγωγής, προσωρινές απολύσεις προσωπικού, καθώς και αιτήματα για κρατική στήριξη. Ο διευθύνων σύμβουλος της Whirlpool, Μαρκ Μπίτζερ, χαρακτήρισε τη βιομηχανική επιβράδυνση ως πρωτοφανή, υπογραμμίζοντας ότι οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές νέων συσκευών λόγω της πίεσης στο διαθέσιμο εισόδημά τους.
Το ενεργειακό σοκ είναι ιδιαίτερα έντονο, με την τιμή του πετρελαίου να κινείται πλέον πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο άνω του 50% από την έναρξη των εχθροπραξιών. Εταιρείες-κολοσσοί, όπως η Toyota, η Procter & Gamble και η McDonald’s, αναφέρουν ήδη σημαντικές απώλειες, με την Toyota να υπολογίζει το πλήγμα στα 4,3 δισ. δολάρια. Ιδιαίτερα επιβαρυμένος είναι ο κλάδος των αεροπορικών εταιρειών, με το κόστος τους να αγγίζει τα 15 δισ. δολάρια λόγω των ακριβών καυσίμων.
Αναλυτές της Goldman Sachs και της FactSet προειδοποιούν ότι το κύριο βάρος της κρίσης στα περιθώρια κέρδους αναμένεται να αποτυπωθεί πλήρως στους ισολογισμούς του δεύτερου εξαμήνου. Καθώς εξαντλούνται τα αντισταθμιστικά οφέλη από τα συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge), οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, δημιουργώντας ένα κλίμα αβεβαιότητας για τη μελλοντική πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.