Alpha Bank: Στο 4,6% ο πληθωρισμός τον Απρίλιο με «καύσιμο» την ενέργεια
Ανοδικές τάσεις σε στέγαση και μεταφορές καταγράφει η νέα ανάλυση της τράπεζας, με το κόστος ενέργειας να επηρεάζει άμεσα τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει αρχίσει να αφήνει το αποτύπωμά της στην ελληνική οικονομία, με την ενέργεια να επιστρέφει στο επίκεντρο των πληθωριστικών πιέσεων. Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της Alpha Bank, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παρουσίασε επιτάχυνση τους τελευταίους μήνες, επηρεασμένος κυρίως από τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, οι οποίες έλαβαν την ανιούσα μετά την κλιμάκωση των συγκρούσεων στην περιοχή.
Η εμπλοκή χωρών με κομβικό ρόλο στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, όπως το Ιράν, καθώς και τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, έχουν εκτινάξει το ενεργειακό κόστος διεθνώς. Αυτό, όπως επισημαίνει η Alpha Bank, οδηγεί σε αυξημένο κόστος παραγωγής και μεταφοράς για τις επιχειρήσεις, το οποίο μετακυλίεται σταδιακά στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών. Η χρονική συγκυρία κρίνεται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η άνοδος αυτή συμπίπτει με την έναρξη της τουριστικής περιόδου και την αυξημένη εξωτερική ζήτηση.
Σε αριθμούς, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 3,4% τον Μάρτιο και στο 4,6% τον Απρίλιο σε ετήσια βάση, ξεπερνώντας τις αντίστοιχες επιδόσεις του Ιανουαρίου (2,9%) και του Φεβρουαρίου (3,1%). Η ενεργειακή συνιστώσα κατέγραψε άνοδο 7,7% τον Μάρτιο και 21,9% τον Απρίλιο, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επιτάχυνση του δείκτη.
Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις εντοπίζονται στη στέγαση και τις μεταφορές. Ειδικότερα, στη στέγαση καταγράφηκε ετήσια αύξηση 13,4% τον Απρίλιο, με το πετρέλαιο θέρμανσης να σημειώνει άνοδο άνω του 50%. Αντίστοιχα, οι μεταφορές παρουσίασαν αύξηση 6,4% τον Απρίλιο, με το πετρέλαιο κίνησης να ενισχύεται έως και 32,4%.
Παράλληλα, οι πληθωριστικές προσδοκίες των Ελλήνων καταναλωτών επιδεινώθηκαν αισθητά, προσεγγίζοντας επίπεδα αντίστοιχα με την ενεργειακή κρίση του 2022. Είναι ενδεικτικό ότι το κόστος στέγασης στην Ελλάδα απορρόφησε το 34,6% του διαθέσιμου εισοδήματος το 2025, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.