Η πορεία της ελληνικής οικονομίας για το 2026 μέσα από την ανάλυση της UBS
Διατηρείται η δυναμική της ανάπτυξης παρά τις πληθωριστικές πιέσεις και τις εξωτερικές προκλήσεις, με την επενδυτική δραστηριότητα και τον τουρισμό να παραμένουν οι βασικοί πυλώνες της οικονομίας.
Η ελληνική οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάπτυξης για το 2026, αν και ο ρυθμός της αναμένεται πιο συγκρατημένος, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας και μεταφορών περιορίζει τη δυναμική της. Στην έκθεση της 11ης Μαΐου 2026, ο Gyorgy Kovacs της UBS αναθεώρησε επί τα χείρω την πρόβλεψη για το ελληνικό ΑΕΠ κατά 20 μονάδες βάσης, τοποθετώντας την στο 2,2%. Παρά την προσαρμογή, η βασική εκτίμηση παραμένει αισιόδοξη, στηριζόμενη στην ισχυρή τουριστική κίνηση, στις επενδύσεις που αξιοποιούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια και στη συνεχιζόμενη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας ενισχύεται από το θετικό κλείσιμο του 2025, όπου το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,4% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της UBS, το ονομαστικό ΑΕΠ αναμένεται να ανέλθει στα €261 δισ. το 2026, από €248 δισ. το 2025, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε δολάρια υπολογίζεται να ανέλθει στα 30.269 δολάρια.
Στον τομέα των επενδύσεων, η τάση παραμένει έντονα ανοδική με αύξηση 9% για το 2026, καθώς οι δαπάνες από το Ταμείο Ανάκαμψης κορυφώνονται, αγγίζοντας το 5% του ΑΕΠ. Αντιθέτως, η ιδιωτική κατανάλωση δείχνει τάσεις επιβράδυνσης, περιοριζόμενη στο 1% για το τρέχον έτος. Παράλληλα, ο τουρισμός αποτελεί ισχυρό στήριγμα, με τις εισπράξεις του διμήνου Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2026 να ξεπερνούν το €1 δισ., αν και η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή παραμένει παράγοντας αβεβαιότητας.
Ο πληθωρισμός αναδεικνύεται στο πλέον ευαίσθητο σημείο της ανάλυσης, με τον δείκτη τιμών να ανέρχεται στο 3,9% τον Μάρτιο. Η UBS προβλέπει μέσο πληθωρισμό 3% για το 2026, εστιάζοντας στις δευτερογενείς επιδράσεις από το ενεργειακό κόστος. Την ίδια στιγμή, η αγορά εργασίας παρουσιάζει βελτίωση, με την ανεργία να υποχωρεί στο 8,5% κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ το τραπεζικό σύστημα καταγράφει υγιή πιστωτική επέκταση και περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο 3,3%. Τέλος, η δημοσιονομική εικόνα παραμένει ισχυρή, με σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα και συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.