Οι αντιδράσεις για το αφορολόγητο μπόνους στους εργαζόμενους στη Γερμανία
Προβληματισμός για τον προαιρετικό χαρακτήρα της κυβερνητικής πρωτοβουλίας που αφήνει εκτός τον δημόσιο τομέα και τις μικρές επιχειρήσεις.
Θύελλα αντιδράσεων έχει προκαλέσει η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης συνασπισμού στο Βερολίνο, η οποία καλεί τους εργοδότες του ιδιωτικού τομέα να καταβάλλουν στους υπαλλήλους τους ένα αφορολόγητο μπόνους έως και 1.000 ευρώ για το 2026. Το συγκεκριμένο μέτρο, που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πακέτο για την ανακούφιση των καταναλωτών από το υψηλό κόστος ενέργειας και μετακινήσεων, αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό λόγω του προαιρετικού του χαρακτήρα, της έλλειψης αναλογικότητας μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων, αλλά και της πλήρους εξαίρεσης του δημόσιου τομέα.
Η κυβέρνηση Μερτς δέχεται έντονη κριτική, καθώς το σχέδιο θεωρείται από πολλούς περίπλοκο και ατελέσφορο, στρέφοντας εναντίον της εργοδότες, συνδικάτα και δημοσίους υπαλλήλους. Σύμφωνα με το δημόσιο δίκτυο ARD, δεν υπάρχει γενικό δικαίωμα για το μπόνους, καθώς η καταβολή του επαφίεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της κάθε εταιρείας. Η Συνομοσπονδία Γερμανικών Εργοδοτικών Ενώσεων (BDA) και η Γερμανική Συνομοσπονδία Ειδικευμένων Βιοτεχνών και Επαγγελματιών επισημαίνουν ότι πολλές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν την οικονομική ικανότητα να επωμιστούν αυτό το βάρος.
Παράλληλα, το ζήτημα των συλλογικών συμβάσεων εργασίας περιπλέκει την κατάσταση. Η Γερμανική Συνομοσπονδία Συνδικάτων (DGB) και η BDA τονίζουν ότι το χρονικό πλαίσιο για το 2026 είναι ανεπαρκές, καθώς σε πολλούς κλάδους δεν θα διεξάγονται διαπραγματεύσεις κατά τη διάρκεια εκείνου του έτους. Οικονομολόγοι, όπως ο πρόεδρος του DIW, Μαρσέλ Φράτσερ, και ο ειδικός στην αγορά εργασίας, Έντσο Βέμπερ, προειδοποιούν ότι το μέτρο κινδυνεύει να αφήσει ακάλυπτους τους εργαζόμενους σε τομείς με χαμηλούς μισθούς, οι οποίοι έχουν και τη μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης. Υπενθυμίζεται ότι, κατά την περίοδο 2022-2024, το μπόνους αντιστάθμισης πληθωρισμού ευνόησε κυρίως υψηλόμισθους τομείς, ενώ στον κλάδο της φιλοξενίας το έλαβε μόλις το 11,6% των εργαζομένων.