Ενημέρωση με ένα κλικ

Η “τέλεια καταιγίδα” χτυπά τα εργοτάξια: Άνοδος κόστους απειλεί δημόσια έργα και παραχωρήσεις

Το εκρηκτικό κοκτέιλ από την αύξηση των τιμών ενέργειας και πρώτων υλών φέρνει σε δυσχερή θέση τις κατασκευαστικές εταιρείες, ενώ τα χρονοδιαγράμματα παραμένουν αμείωτα.

Η αλματώδης άνοδος του ενεργειακού κόστους και η εκτίναξη των τιμών των βασικών πρώτων υλών έχουν μετατρέψει τα εργοτάξια της χώρας σε πεδία μάχης. Αν και οι μηχανές δεν έχουν σταματήσει, η κανονικότητα των προηγούμενων ετών έχει δώσει τη θέση της σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, όπου κάθε παραγγελία υλικών γίνεται με επιφύλαξη, οι προσφορές έχουν σύντομη ημερομηνία λήξης και οι προϋπολογισμοί μοιάζουν ξεπερασμένοι προτού καν τεθούν σε εφαρμογή.

Οι τεχνικές εταιρείες καλούνται να διαχειριστούν ένα περιβάλλον συνεχώς μεταβαλλόμενου κόστους, με τους προμηθευτές να αποφεύγουν τις δεσμεύσεις και τα χρονοδιαγράμματα να παραμένουν αδιαπραγμάτευτα. Σε αυτές τις συνθήκες, τα δημόσια έργα, τα έργα ΣΔΙΤ και οι παραχωρήσεις αντιμετωπίζουν πρωτοφανείς προκλήσεις. Η πίεση δεν αφορά μόνο την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, αλλά και τη βιωσιμότητα των ίδιων των υλοποιητών.

Η «τέλεια καταιγίδα» κόστους στα εργοτάξια
Στελέχη μεγάλων κατασκευαστικών εταιρειών, που διαχειρίζονται έργα συνολικού ύψους 17 δισ. ευρώ, περιγράφουν την κατάσταση ως μια «τέλεια καταιγίδα», όπου η άνοδος του πετρελαίου παρασύρει ολόκληρη την κατασκευαστική δραστηριότητα. Το ενεργειακό κόστος δεν επιβαρύνει μόνο την άμεση λειτουργία των εργοταξίων, αλλά διαπερνά κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας. Από τα λατομεία και τη μεταφορά υλικών, μέχρι την παραγωγή σκυροδέματος, η οποία έχει καταγράψει αυξήσεις της τάξης των 8 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, και την αύξηση 40% στο ασφαλτόμιγμα.

Ιδιαίτερα πιεστική είναι η κατάσταση στα έργα οδοποιίας. Η άσφαλτος, ως άμεσο παράγωγο του πετρελαίου, έχει διπλασιάσει τις τιμές της, φτάνοντας από τα 320 ευρώ ο τόνος πάνω από τα 600 ευρώ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή των οικονομικών δεδομένων σε πλήθος έργων. Μεσαίες και μικρές εργοληπτικές εταιρείες κάνουν λόγο για «πάγωμα» νέων ασφαλτοστρώσεων και περιορισμό των εργασιών στις απολύτως απαραίτητες παρεμβάσεις συντήρησης.

Ανατιμήσεις σε υλικά και δυσκολίες προμηθειών
Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στην οδοποιία. Ανατιμήσεις καταγράφονται σε ένα ευρύ φάσμα υλικών, όπως το πολυαιθυλένιο, το PVC και οι σωλήνες, επηρεάζοντας άμεσα μεγάλα δημόσια έργα. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ανάδοχοι επιλέγουν να «παγώσουν» παραγγελίες ή να τις μεταθέσουν χρονικά, καθώς η αδυναμία εξασφάλισης σταθερών τιμών καθιστά τον προγραμματισμό εξαιρετικά επισφαλή.

Το πρόβλημα επιτείνεται από τις συνθήκες που επικρατούν πλέον στην αγορά προμηθειών. Οι προμηθευτές αποφεύγουν να δεσμευτούν σε τιμές, απαιτούν προκαταβολές και μεταθέτουν τους χρόνους παράδοσης, μεταφέροντας σημαντικό βάρος της χρηματοδότησης στις κατασκευαστικές εταιρείες. Η πρακτική των πιστώσεων περιορίζεται, ενώ οι εκπτώσεις έχουν σχεδόν εκλείψει, δημιουργώντας πρόσθετες πιέσεις στη ρευστότητα, ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις.

ΣΔΙΤ και παραχωρήσεις: Πίεση, αλλά με «εργαλεία» άμυνας
Στα έργα ΣΔΙΤ και τις παραχωρήσεις, η κατάσταση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Πρόκειται για συμβάσεις που βασίζονται σε αυστηρά χρηματοοικονομικά μοντέλα και μακροχρόνιες προβλέψεις, οι οποίες πλέον δοκιμάζονται. Οι αυξήσεις στο κόστος κατασκευής επηρεάζουν άμεσα τις αποδόσεις των επενδύσεων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργούν πιέσεις στα επιχειρηματικά σχέδια και στα περιθώρια βιωσιμότητας των έργων.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, σε αντίθεση με τα κλασικά δημόσια έργα, τα ΣΔΙΤ και οι συμβάσεις παραχώρησης διαθέτουν μεγαλύτερη ευελιξία. Αυτό οφείλεται στη δυνατότητα υποβολής αιτημάτων αποζημιώσεων (claims) και προσφυγής σε διαδικασίες διαιτησίας, μέσω των οποίων οι ανάδοχοι μπορούν να διεκδικήσουν πόρους για το αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Στελέχη του τεχνικού κόσμου δεν κρύβουν τον προβληματισμό τους, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες που διαμορφώνονται ασκούν ιδιαίτερη πίεση στα έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, καθώς τα χρονοδιαγράμματα παραμένουν ασφυκτικά, με τα έργα να οφείλουν να ολοκληρωθούν έως τον προσεχή Αύγουστο. Σήμερα, οι εμπλεκόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν διπλό αγώνα: αφενός να διατηρήσουν την πρόοδο των έργων και αφετέρου να διαχειριστούν το αυξανόμενο κόστος.

Αποστάσεις τηρεί το υπουργείο
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική ηγεσία εμφανίζεται να τηρεί σαφείς αποστάσεις από τα αιτήματα της αγοράς. Ο υφυπουργός Υποδομών, Νίκος Ταχιάος, αναγνωρίζει ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί, ωστόσο αποφεύγει να υιοθετήσει δραματικούς τόνους ή να ανοίξει τη συζήτηση για πρόσθετες παρεμβάσεις. Όπως σημειώνει, αντίστοιχες περίοδοι αστάθειας έχουν καταγραφεί και στο παρελθόν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο εξομάλυνσης.

Την ίδια στιγμή, ξεκαθαρίζει ότι τα χρονοδιαγράμματα, ιδίως για τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, δεν αλλάζουν. «Τα έργα πρέπει να ολοκληρωθούν και θα ολοκληρωθούν», είναι το μήνυμα που εκπέμπεται, μεταφέροντας ουσιαστικά το βάρος της προσαρμογής στις ίδιες τις τεχνικές εταιρείες.

Πίεση και «πάγωμα» σε έργα
Μεγάλη ανησυχία, που αποτυπώνεται και σε επιστολές προς το υπουργείο Υποδομών, διατυπώνουν οι μικρότεροι εργολήπτες, οι οποίοι έχουν και τις λιγότερες άμυνες σε αυτή τη συγκυρία. Όπως αναφέρουν, σήμερα το diesel καταγράφει αυξήσεις άνω του 34%, επιβαρύνοντας συνολικά την αλυσίδα παραγωγής, από την εξόρυξη υλικών έως τη μεταφορά και την κατασκευή. Ο πρόεδρος του ΣΑΤΕ, Ζαχαρίας Αθουσάκης, υποστηρίζει ότι έως και το 90% των εργοταξίων έχει αναστείλει τις εργασίες οδοποιίας, με την άσφαλτο να χρησιμοποιείται πλέον σχεδόν αποκλειστικά για αποκαταστάσεις φθορών και ζημιών στο οδικό δίκτυο. «Οι προμηθευτές μας απορρόφησαν ένα μέρος των αυξήσεων και έδωσαν μια σχετική αύξηση στα υλικά. Τώρα όμως που τα αποθέματα εξαντλούνται, στις νέες προμήθειες περιμένουμε ακόμα μεγαλύτερες αυξήσεις», αναφέρει.

Ο ίδιος τονίζει ότι προβλήματα υπάρχουν και με τις παραγγελίες. Οι προμηθευτές ζητούν άμεση πληρωμή αν τα υλικά είναι ετοιμοπαράδοτα. Αν δεν είναι, ζητούν τα μισά προκαταβολή και με την παράδοση τα υπόλοιπα.

Αναθεώρηση τιμών και «τιμολόγια Σουφλιά»
Μέσα σε αυτό το δυσμενές περιβάλλον, καθοριστικό ρόλο παίζει η αναθεώρηση τιμών στα δημόσια έργα. Η πρόσφατη τροπολογία του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα στον τρόπο κοστολόγησης των έργων. Οι συντελεστές που εφαρμόζονται, αν και αρχικά θεσπίστηκαν ως προσωρινοί, έχουν πλέον γίνει οριστικοί και ισχύουν οριζόντια, βασιζόμενοι όμως σε δεδομένα του πρώτου τριμήνου του 2022, γεγονός που τους καθιστά ήδη ξεπερασμένους.

Όπως αναφέρεται στην αγορά των κατασκευών, οι προϋπολογισμοί πολλών έργων εξακολουθούν να στηρίζονται σε παλαιά, μη αναλυτικά τιμολόγια, τα λεγόμενα «τιμολόγια Σουφλιά», τα οποία δεν αποτυπώνουν το πραγματικό κόστος υλικών, ενέργειας και εργασίας. Αντί για μια συνολική επικαιροποίηση αυτών των τιμών, το υπουργείο επιλέγει να εφαρμόζει εκ των υστέρων οριζόντιες αναθεωρήσεις, διατηρώντας ουσιαστικά τη στρέβλωση στην αρχική κοστολόγηση. Ωστόσο, ο κλάδος επισημαίνει ότι χωρίς ένα σύγχρονο σύστημα αναλυτικών τιμολογίων το πρόβλημα παραμένει.

Η λύση, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, δεν μπορεί να είναι άλλη από την υιοθέτηση ενός μηχανισμού αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, ο οποίος θα συνδέει το κόστος των έργων με συγκεκριμένους δείκτες της αγοράς. «Η αναθεώρηση πρέπει να γίνει ένας ζωντανός μηχανισμός. Όπως αλλάζουν καθημερινά οι τιμές των καυσίμων, έτσι πρέπει να προσαρμόζονται και οι τιμές των βασικών υλικών που καθορίζουν το κόστος των έργων», τονίζει χαρακτηριστικά παράγοντας του κλάδου.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com