Ο πόλεμος Ιράν-Ισραήλ εισέρχεται σε νέα, επικίνδυνη φάση
Η σύγκρουση μετατοπίζεται στη θάλασσα, με το Ορμούζ να γίνεται το κεντρικό μέτωπο διαπραγματεύσεων και κινδύνου
Οι μάχες μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, που μαίνονται για πάνω από 30 ημέρες, δεν οδεύουν προς άμεση λήξη ούτε σε μια ολοκληρωτική αναμέτρηση που θα κρίνει τα πάντα. Αντιθέτως, η σύγκρουση εισέρχεται σε μια πιο σύνθετη και πιθανώς πιο επικίνδυνη φάση, όπου η στρατιωτική πίεση, η ενεργειακή ασφυξία, η ναυτική αντιπαράθεση και η διπλωματία συνυπάρχουν. Όπως αναφέρουν διεθνή μέσα όπως το Reuters, το Associated Press και η «Wall Street Journal», καθώς και αναλύσεις από το ισραηλινό μέτωπο, η σύγκρουση έχει περάσει από το αρχικό σοκ στην πολιτική και στρατηγική αντοχή. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιος ασκεί μεγαλύτερη πίεση, αλλά ποιος μπορεί να συνεχίσει να επιβάλλει κόστος στον αντίπαλο χωρίς να εξαντλήσει πρώτος τα δικά του περιθώρια.
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν επιβάλει βαρύ κόστος στην Τεχεράνη, αλλά δεν έχουν καταφέρει να εξαλείψουν πλήρως την ιρανική απειλή. Το ιρανικό πυραυλικό δίκτυο έχει υποστεί σημαντικές φθορές, με μείωση του ρυθμού εκτοξεύσεων και πλήγμα στην παραγωγική του βάση, αλλά όχι ολοσχερή καταστροφή. Το Ιράν συνεχίζει να εκτοξεύει πυραύλους, αν και με διαφορετική τακτική: λιγότερους, πιο επιλεκτικούς, από βαθύτερες ή προστατευμένες θέσεις, και με έμφαση σε στόχους που έχουν μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική αξία. Αυτή η προσαρμογή είναι κρίσιμη, καθώς δείχνει ότι η Τεχεράνη δεν χρειάζεται πια να επιβληθεί με μαζικούς πυραυλικούς χτύπους, αλλά αρκείται στο να διατηρεί την αβεβαιότητα.
Το Ιράν δεν εμφανίζεται ως νικητής με τους κλασικούς στρατιωτικούς όρους, αλλά προσπαθεί να μετατρέψει την επιβίωσή του σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Απειλώντας τη ναυσιπλοΐα, συνεχίζοντας πλήγματα ή απειλές κατά του Ισραήλ και του Κόλπου, και προκαλώντας φόβο στις αγορές για το επόμενο σοκ, αναγκάζει την Ουάσινγκτον να διατηρεί στρατιωτικές επιλογές ανοιχτές. Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν έχει ηττηθεί, μια αλήθεια από στρατηγικής πλευράς. Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει συμβατικά, αρκεί να πείσει ότι δεν μπορεί να εξαναγκαστεί εύκολα σε υποταγή.
Από την άλλη πλευρά, η στρατηγική των ΗΠΑ παρουσιάζει ένα διπλό πρόσωπο. Από τη μία, η Ουάσινγκτον διατηρεί την απειλή κλιμάκωσης, με τον Ντόναλντ Τραμπ να προειδοποιεί για περαιτέρω χτυπήματα και την αμερικανική πλευρά να ασκεί πίεση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Από την άλλη, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ έχει αναφερθεί στην αναζήτηση ενός ιρανικού «off-ramp», δηλαδή ενός δρόμου διαφυγής από την κλιμάκωση, ενώ έχει επιβεβαιωθεί η διαβίβαση αμερικανικού σχεδίου 15 σημείων μέσω Πακιστάν. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να συνδυάσει την πίεση με μια ελεγχόμενη δίοδο διαπραγμάτευσης.
Η παύση 10 ημερών στα πλήγματα κατά των ιρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, έως τις 6 Απριλίου, εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Δεν αποτελεί ένδειξη ειρηνευτικής στροφής, αλλά δοκιμή προθέσεων. Η Ουάσινγκτον θέλει να διαπιστώσει αν η Τεχεράνη επιδιώκει διαπραγμάτευση ή απλώς κερδίζει χρόνο για να σταθεροποιήσει τις θέσεις της και να διατηρήσει το Ορμούζ ως μοχλό πίεσης. Τα επόμενα βήματα του πολέμου θα κριθούν τόσο στο πεδίο όσο και σε ένα παράθυρο λίγων ημερών, όπου κάθε κίνηση θα ερμηνεύεται ως στρατιωτικό και διαπραγματευτικό μήνυμα.
Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει βαθύ. Οι ΗΠΑ συνδέουν την αποκλιμάκωση με σοβαρές ιρανικές υποχωρήσεις στο πυρηνικό πρόγραμμα, τους βαλλιστικούς πυραύλους, την περιφερειακή συμπεριφορά και τη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Το Ιράν, αντίθετα, ζητά παύση επιθέσεων, αποζημιώσεις, διαφορετική αφετηρία στο ζήτημα των Στενών και ένα πλαίσιο που δεν θα μοιάζει με άνευ όρων συνθηκολόγηση. Ακόμη και αν ανοίξει διάλογος, δεν αναμένεται άμεση συμφωνία, αλλά μια εξαιρετικά εύθραυστη ανακωχή προθέσεων.
Το κέντρο βάρους του πολέμου μεταφέρεται από τον αέρα στη θάλασσα, με το Ορμούζ να αποτελεί πλέον το πιο κρίσιμο μέτωπο. Το Ιράν έχει καθιερώσει μια διαδικασία ελέγχου διέλευσης, όπου πλοία ελέγχονται από τους Φρουρούς της Επανάστασης και ενίοτε πληρώνουν για ασφαλή διέλευση. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις σε ολόκληρες αλυσίδες εφοδιασμού, επηρεάζοντας όχι μόνο το αργό, αλλά και πετροχημικά, πλαστικά, λιπάσματα, LNG, ακόμη και τον ευρωπαϊκό σχεδιασμό για αποθήκευση φυσικού αερίου. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημείο όπου το Ιράν μετατρέπει τη γεωγραφία σε στρατηγική ισχύ.
Το σημαντικότερο επόμενο βήμα του πολέμου δεν είναι απαραίτητα η επόμενη ομοβροντία πυραύλων, αλλά το αν η Τεχεράνη θα συνεχίσει να σφίγγει ή θα χαλαρώνει τη λαβή της πάνω στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές ροές. Αναλυτές θεωρούν πως αυτό είναι το πραγματικό διαπραγματευτικό χαρτί του Ιράν. Χωρίς τη δυνατότητα μιας συμβατικής αναμέτρησης μακράς διάρκειας με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, το Ιράν μπορεί να αυξάνει την τιμή της αβεβαιότητας, πιέζοντας κυβερνήσεις, αγορές, βιομηχανίες, ασφαλιστές, τη ναυτιλία και κεντρικές τράπεζες. Όσο αυτή η πίεση παραμένει ενεργή, η Τεχεράνη διατηρεί διαπραγματευτική αξία δυσανάλογη προς τη συμβατική της ισχύ.