Κώστας Νικούλι: Η αλήθεια πίσω από την καταγωγή και το αίσθημα του ανήκειν
Ο γνωστός ηθοποιός μιλά ανοιχτά για την ιθαγένεια, την αλβανική του καταγωγή και πώς αυτή έγινε εργαλείο στην καλλιτεχνική του πορεία.
Ο ηθοποιός Κώστας Νικούλι μοιράστηκε πρόσφατα, σε μια ειλικρινή συζήτηση στην εκπομπή «Buongiorno», το περίπλοκο αίσθημα του να νιώθεις ότι ανήκεις παντού και πουθενά ταυτόχρονα. Παρότι μεγάλωσε στο Παλαιό Φάληρο και θεωρεί τους φίλους του σαν οικογένεια, ο Νικούλι αποκάλυψε πώς η πραγματικότητα της καταγωγής του τον ακολουθούσε διαρκώς, συχνά μέσα από γραφειοκρατικές διαδικασίες.
«Εγώ έχω γεννηθεί στην Ελλάδα, στην Αθήνα», εξήγησε ο ηθοποιός. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμα αυτό που υπάρχει σε όλη την Ευρώπη, ότι ένα παιδί γεννιέται σε μία χώρα και παίρνει αυτόματα την ιθαγένεια της χώρας αυτής. Εγώ γεννήθηκα εδώ αλλά πήρα την ιθαγένεια των γονιών μου. Ανά εξάμηνο πηγαίναμε να ανανεώσουμε τη βίζα μας».
Ο Κώστας Νικούλι δεν επέλεξε ποτέ να αποκρύψει την καταγωγή του, ακόμη και όταν οι σχολικές συγκρούσεις ήταν συχνές. Αντίθετα, στις σχολικές του εκθέσεις και στις συζητήσεις με τους συμμαθητές του, η καταγωγή του από τους Αγίους Σαράντα ήταν πάντα παρούσα. «Το ζήτημα είναι ότι ποτέ δεν κρύφτηκα. Θα μπορούσα να πω ότι είμαι Έλληνας, αλλά πάντα έλεγα ότι είμαι από τους Αγίους Σαράντα, από την Αλβανία. Στις εκθέσεις μου έλεγα ότι πήγαινα στην τάδε παραλία στους Αγίους Σαράντα. Πάντα το έλεγα».
Η καταγωγή ως καλλιτεχνικό εργαλείο:
Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, ο Κώστας Νικούλι δεν είδε την καταγωγή του ως εμπόδιο στην επαγγελματική του πορεία. Αντιθέτως, η ιδιότητα του μετανάστη δεύτερης γενιάς ήταν εκείνη που του άνοιξε τις πόρτες στον κινηματογράφο, ξεκινώντας από την ταινία «Ξενία». «Ξεκίνησα με αυτό το εφόδιο, ότι ήμουν μετανάστης δεύτερης γενιάς ήταν αυτό που με βοήθησε, γιατί ήταν αυτός ο ρόλος, λέω για την ταινία “Ξενία” που ζητούσαν παιδιά αλβανικής καταγωγής που να ζουν στην Ελλάδα. Στο θέατρο, στην υποκριτική τα “αρνητικά” μας πάμε να τα φωτίσουμε. Από τα προσωπικά σου στοιχεία θα αντλήσεις υλικό, γιατί αυτά είναι τα αληθινά».
Η αποδοχή και οι δεσμοί που καταργούν τα σύνορα:
Παρά τις στιγμές που ένιωθε «ξένος» τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία, ο ηθοποιός κατάφερε να βρει το δικό του σημείο αναφοράς στους ανθρώπους που τον περιέβαλλαν. Η σύνδεση με τον τόπο που μεγάλωσε και η στήριξη από το περιβάλλον του λειτούργησαν ως ασπίδα απέναντι σε κάθε είδους περιθωριοποίηση. «Και εδώ και εκεί ένιωθα ξένος. Δεν ήταν ότι με επηρέαζε όμως, δεν με έκανε να φοβάμαι. Ένιωθα ότι ανήκω κάπου, στους φίλους μου… Ενστερνίστηκα το μέρος που μεγάλωσα, το Παλαιό Φάληρο που μεγάλωσα. Οι διακοπές μου ήταν στους Αγίους Σαράντα. Και οι φίλοι μου που μεγαλώσαμε μαζί, δεν ήταν αλβανικής καταγωγής αλλά είναι τα αδέρφια μου, με αγκάλιασαν και είμαστε ακόμα φίλοι».