Η αύξηση της χρήσης κοκαΐνης και η νέα εικόνα της ψυχοδραστικής κατάστασης στην Αττική (2020-2025)
Νέα ανάλυση λυμάτων αποκαλύπτει διακυμάνσεις στην κατανάλωση ουσιών, με την κοκαΐνη να παραμένει σε υψηλά επίπεδα και την κεταμίνη να εμφανίζεται για πρώτη φορά.
Μια δυναμικά μεταβαλλόμενη εικόνα ως προς τη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών τα τελευταία έτη, παρουσιάζεται από την ανάλυση λυμάτων στην Αττική την περίοδο 2020-2025. Η έρευνα, που διεξήχθη από το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ σε συνεργασία με το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων Ψυττάλειας, ανέδειξε διακριτές διαφοροποιήσεις μεταξύ των υπό μελέτη ουσιών, τόσο ως προς τα επίπεδα παρουσίας τους όσο και ως προς το εβδομαδιαίο πρότυπο κατανάλωσης.
Ειδικότερα, η κοκαΐνη παρουσιάζει τη σημαντικότερη επιβάρυνση τα τελευταία έτη. Ο κύριος μεταβολίτης της, η βενζοϋλεκγονίνη, παραμένει σε υψηλά επίπεδα, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή και αυξανόμενη κατανάλωσή της. Η MDMA (έκσταση) εμφανίζεται αυξημένη κατά την περίοδο 2024-2025, με κορυφώσεις να λαμβάνουν χώρα το Σαββατοκύριακο, στοιχείο συμβατό με χρήση σε περιστάσεις ψυχαγωγίας.
Η κάνναβη εμφανίζει πιο σύνθετο και λιγότερο σταθερό εβδομαδιαίο πρότυπο σε σχέση με άλλες ουσίες, χωρίς σταθερή κορύφωση αποκλειστικά το Σαββατοκύριακο. Η αμφεταμίνη και η μεθαμφεταμίνη παραμένουν παρούσες στην Αττική, αλλά σε γενικά χαμηλότερα επίπεδα από άλλες ουσίες. Καταγράφονται διακυμάνσεις μεταξύ των ετών, με μεγαλύτερη μεταβλητότητα ιδίως για τη μεθαμφεταμίνη το 2025.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η κεταμίνη καταγράφεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2025 μέσω ανάλυσης λυμάτων, με ανιχνεύσιμη αλλά σχετικά χαμηλή παρουσία στον υπό μελέτη πληθυσμό.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Αττική καταλαμβάνει μάλλον μια ενδιάμεση θέση ως προς τα φορτία κοκαΐνης, ούτε στις πόλεις με τα υψηλότερα ούτε με τα χαμηλότερα. Ωστόσο, για τα διεγερτικά τύπου αμφεταμίνης και την κεταμίνη, τα καταγεγραμμένα φορτία παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.
Τα δεδομένα από τα λύματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τάσεις και μοτίβα χρήσης στο σύνολο του πληθυσμού. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν παρέχουν στοιχεία για τον αριθμό των ατόμων που κάνουν χρήση, την συχνότητα ή τους τρόπους χρήσης.