Ο πόλεμος και οι τρεις κίνδυνοι για την οικονομία: Τι προβλέπει η κυβέρνηση
Ανάλυση σεναρίων και πιθανές παρεμβάσεις απέναντι στην κλιμάκωση της κρίσης
Η κυβέρνηση προσανατολίζεται στη λήψη μέτρων που θα είναι έγκαιρα και στοχευμένα, αποφεύγοντας ενέργειες που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κατάσταση. Η τελική στρατηγική θα εξαρτηθεί άμεσα από τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου, καθώς αυτές οι παράμετροι θα καθορίσουν τις επιπτώσεις και την αναγκαιότητα των παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνεται υπόψη και η προειδοποίηση της επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, η οποία τόνισε την ανάγκη προετοιμασίας για το “αδιανόητο” στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, το οικονομικό επιτελείο αναλύει τρία βασικά σενάρια:
1. **Άμεση κατάπαυση του πολέμου σε 7-10 ημέρες:** Αυτό θεωρείται το πλέον ευνοϊκό και διαχειρίσιμο σενάριο. Ακόμα και αν οι εχθροπραξίες σταματήσουν σύντομα, οι οικονομικές συνέπειες, όπως η αβεβαιότητα στις τιμές καυσίμων, ενέργειας, ασφαλίστρων και ναύλων, θα εξακολουθούν να επηρεάζουν την αγορά για μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρώντας την ακρίβεια. Ο ετήσιος πληθωρισμός στη χώρα εκτιμάται ότι θα επιβαρυνθεί έως και μισή ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας εκ νέου κοντά στο 3%.
2. **Πόλεμος για άλλους δύο ή τρεις μήνες:** Σε αυτό το σενάριο, πέραν της επίμονης ακρίβειας, αναμένονται απώλειες στον τουρισμό και την εγχώρια παραγωγή (βιομηχανία και πρωτογενής τομέας). Ο πληθωρισμός ενδέχεται να αυξηθεί έως και 1 μονάδα (κοντά στο 3,5%), καθιστώντας τα κρατικά μέτρα στήριξης απαραίτητα. Η ζημιά στην οικονομία και το ΑΕΠ κατά τη θερινή περίοδο, καθώς και στην αγροτική παραγωγή λόγω κόστους λιπασμάτων, θα απαιτήσει πιο εκτεταμένες παρεμβάσεις. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος να μην ενεργοποιηθεί ευρωπαϊκός αμυντικός μηχανισμός, αφήνοντας τις χώρες εκτεθειμένες σε εθνικά μέτρα. Τα περιθώρια για έκτακτες παροχές στα τέλη του 2026 αναμένεται να μειωθούν ή να εκμηδενιστούν.
3. **Πόλεμος άνω των τριών μηνών:** Αυτή η εξέλιξη εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας καταστροφής πετρελαϊκών εγκαταστάσεων. Οι συνέπειες θα είναι ανυπολόγιστες. Η επόμενη Σύνοδος Κορυφής, πιθανότατα τον Ιούνιο, θα εξετάσει αποφάσεις για ρήτρες διαφυγής ή για ένα νέο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς το τρέχον θα πλησιάζει στο τέλος του. Σε αυτό το σενάριο, ο σχεδιασμός παροχών και μέτρων για το 2027 ανατρέπεται πλήρως.
**Μια άλλη κρίση, όχι “ακόμη μία”**
Ανεξάρτητα από την έκβαση, η κυβέρνηση τονίζει ότι δεν υπάρχει μια ενιαία λύση για όλες τις περιπτώσεις. Οι διεθνείς εξελίξεις είναι ρευστές και οι ανάγκες μεταβάλλονται διαρκώς. Παρότι η εμπειρία και τα εργαλεία που αποκτήθηκαν από την ενεργειακή κρίση του 2022 θεωρούνται πολύτιμα, οι τρέχουσες απειλές και λύσεις διαφέρουν σημαντικά.
“Δεν πρέπει να μιλάμε πρόωρα για μέτρα ανακούφισης που θα ενισχύουν την κατανάλωση”, επισημαίνουν αρμόδιες πηγές. Εξηγούν ότι εάν δεν καταπολεμηθεί πρώτα η αισχροκέρδεια, οι κρατικές επιδοτήσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση των τιμών. Στο σενάριο παρατεταμένου πολέμου, όπου τα στρατηγικά αποθέματα καυσίμων μειώνονται, ο στόχος δεν είναι η διατήρηση της αμείωτης κατανάλωσης, αλλά ο έλεγχος και ο περιορισμός της, εάν τα πράγματα επιδεινωθούν διεθνώς.
**Μέτρα δύο μήνες μετά την έναρξη της κρίσης**
Το 2022, η Ελλάδα και η Ευρώπη αντιμετώπισαν σοκ στις τιμές λόγω του εμπάργκο στη Ρωσία. Σήμερα, με πλήγματα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και υποδομές στο Ιράν και γύρω χώρες, απειλείται η παραγωγή και η επάρκεια ενέργειας διεθνώς, πέραν της απλής ροής καυσίμων και εμπορίου. Αυτή, σύμφωνα με την κυβέρνηση, αποτελεί τη βασική διαφορά από το 2022, με τις ομοιότητες να είναι λιγότερες.
Το πρωταρχικό αίτημα σε κάθε ενεργειακή κρίση είναι η ανακούφιση των νοικοκυριών, της παραγωγής και των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η εμπειρία του 2022 έδειξε ότι ακόμα και υπό πίεση, τα μέτρα δεν έφταναν άμεσα στους πολίτες. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 οδήγησε σε άμεση αύξηση του TTF, αλλά το Fuel Pass 1 τέθηκε σε εφαρμογή στις 26 Απριλίου (δύο μήνες μετά) και το Power Pass στις 17 Ιουνίου (σχεδόν τέσσερις μήνες αργότερα).
Αυτή η υπενθύμιση είναι ιδιαίτερα σημαντική σήμερα. Οι τρέχουσες εξελίξεις ενδέχεται να επιταχύνουν τα αντανακλαστικά κυβερνήσεων και αγορών. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο η θέσπιση νέων μέτρων, αλλά και η επάρκεια των εργαλείων του 2022 για μια κρίση διαφορετικής φύσης. Το 2022, το κράτος προσπαθούσε κυρίως να απορροφήσει την ακρίβεια στους λογαριασμούς και τις αντλίες, ενώ το 2026 μπορεί να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο διακοπής ροών, με το αντίστοιχο κόστος να μετακυλίεται στον καταναλωτή.
**Δυσκολότερη εξίσωση**
Επιπλέον, το 2022 η κρίση είχε κυρίως ευρωπαϊκό χαρακτήρα και μηχανισμό μετάδοσης μέσω των τιμών του φυσικού αερίου και του πετρελαίου. Σήμερα, η κρίση είναι πιο διεθνοποιημένη. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται άνω του 1/4 του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου και περίπου το 1/5 του LNG, καθιστώντας τη Μέση Ανατολή κέντρο παγκόσμιου ενεργειακού και εμπορικού κινδύνου.
Συνεπώς, η συζήτηση δεν επικεντρώνεται μόνο στο κόστος της ενέργειας, αλλά και στις ημέρες επάρκειας και στην πιθανή αξιοποίηση στρατηγικών αποθεμάτων. Οι G7 έχουν ήδη δηλώσει την ετοιμότητά τους να στηρίξουν την παγκόσμια προσφορά ενέργειας με “αναγκαία μέτρα”. Ενώ το 2022 το πρόβλημα ήταν το εμπάργκο, το 2026 το επίκεντρο είναι ο πόλεμος και το πλήγμα στην παραγωγή και την επάρκεια ενέργειας.
**Η τσέπη θα πιεστεί ξανά, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο**
Το 2022, οι κυβερνήσεις απάντησαν με εκτεταμένες επιδοτήσεις σε ρεύμα, αέριο και καύσιμα, με την Ελλάδα να διαθέτει περίπου 10,7 δισ. ευρώ σε μέτρα ανακούφισης από τον Σεπτέμβριο του 2021 έως τον Δεκέμβριο του 2022. Σήμερα, όμως, εάν το σοκ επηρεάσει ταυτόχρονα την ενέργεια, τα ναύλα, τα λιπάσματα, την αγροτική παραγωγή και το γενικό κόστος της οικονομίας, οι οριζόντιες επιδοτήσεις από μόνες τους δεν θα είναι επαρκείς.