«Ποτέ Ξανά»: Η μνήμη του Ολοκαυτώματος ως εφαλτήριο για το μέλλον
Ο Πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, Δαυίδ Σαλτιέλ, μιλά για την ανάγκη διατήρησης της μνήμης, την καταπολέμηση του αντισημιτισμού και τη δημιουργία νέων πυλώνων μνήμης στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Λόλα Έιντζελ μοιράζεται τις εφιαλτικές της αναμνήσεις από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Η Θεσσαλονίκη, μια πόλη που βίωσε την τραγωδία του Ολοκαυτώματος με 50.000 αθώους Εβραίους να οδηγούνται σε ολοκληρωτικό αφανισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τιμά τη μνήμη των θυμάτων και υπενθυμίζει την επιτακτική ανάγκη για επαγρύπνηση. Ο κ. Δαυίδ Σαλτιέλ, Πρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος και της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, τονίζει στη Deutsche Welle ότι κάθε «αστείο», θεωρία συνωμοσίας, βανδαλισμός ή σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος, μας απομακρύνει από το «Ποτέ Ξανά» και μας φέρνει πιο κοντά στο «ίσως ξανά». «Πολεμάμε τον αντισημιτισμό σε όλες του τις μορφές, κάνουμε τη μνήμη του Ολοκαυτώματος ζωντανό εργαλείο παιδείας, συμφιλίωσης και δημοκρατίας», δηλώνει, υπογραμμίζοντας ότι μόνο έτσι το «Ποτέ ξανά» θα σημαίνει «ποτέ ξανά, από εδώ, για κανέναν».
Οι σημερινοί παγκόσμιοι κλυδωνισμοί, με τις εικόνες πολέμου να μας κατακλύζουν, δοκιμάζουν τη φράση «Ποτέ Ξανά». Ο κ. Σαλτιέλ επισημαίνει ότι η κατάσταση αυτή, αντί να μειώνει το ηθικό βάρος, το καθιστά ακόμη πιο επιτακτικό. Οι όποιες συγκυρίες, όπως η κρίση στη Μέση Ανατολή, δεν ακυρώνουν το μήνυμα της Μνήμης, αλλά αναδεικνύουν την τεράστια προσπάθεια που απαιτείται και την αναγκαιότητα των πρωτοβουλιών που υλοποιούνται, όπως η Πορεία Μνήμης της Θεσσαλονίκης. «Το Ολοκαύτωμα δεν ήταν “ένα ακόμη αποτρόπαιο αποτέλεσμα ενός πολέμου”, αλλά μια προμελετημένη, βιομηχανικά οργανωμένη και ιδεολογικά θεμελιωμένη επιχείρηση εξόντωσης ενός ολόκληρου λαού, με στόχο την πλήρη εξαφάνισή του από την Ιστορία», τονίζει, αναδεικνύοντας την ιστορική και ηθική του μοναδικότητα.
Ο κ. Σαλτιέλ καταδικάζει τις επιθέσεις σε Εβραίους στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, τις οποίες χαρακτηρίζει ως «καθαρό, μασκαρεμένο αντισημιτισμό» και όχι ως κριτική σε κυβέρνηση. «Η κριτική στις πολιτικές του κράτους του Ισραήλ είναι απολύτως θεμιτή», διευκρινίζει, «αλλά η στοχοποίηση εβραϊκών κοινοτήτων, συναγωγών, σχολείων ή απλών πολιτών, στο όνομα αυτής της κριτικής, διαλύει τη διάκριση ανάμεσα στην πολιτική διαφωνία και το μίσος για μια ολόκληρη ταυτότητα».
Αναφερόμενος στην «ένοχη σιωπή» της Θεσσαλονίκης, παραθέτει τη Χάνα Άρεντ, υπογραμμίζοντας ότι τίποτα από όσα σχεδίαζε το Τρίτο Ράιχ δεν θα ήταν εφικτό χωρίς τη συνεργασία και τη συνενοχή στις κατεχόμενες χώρες. «Όταν λοιπόν μιλάμε για “ναζί”, δεν μιλάμε μόνο για Γερμανούς, αλλά και για όσους συντάχθηκαν μαζί τους», τονίζει. Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βήματα για να φωτιστεί το σκοτεινό παρελθόν της πόλης, ο κ. Σαλτιέλ σημειώνει ότι η Θεσσαλονίκη είναι πιο έτοιμη από ποτέ να αντιμετωπίσει τα δύσκολα ερωτήματα.
Το Μουσείο Ολοκαυτώματος στον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό και το Πάρκο Μνήμης στην Πλατεία Ελευθερίας αναδεικνύονται σε δύο πυλώνες ενός άξονα μνήμης. Οραματίζεται ένα μουσείο όπου ο επισκέπτης θα αισθάνεται ενεργός φορέας της μνήμης, και ένα πάρκο που θα μετατρέπει το τραύμα σε δύναμη και τη θλίψη σε προοπτική.
Στη συνέχεια, η Λόλα Έιντζελ μοιράζεται τις εφιαλτικές της αναμνήσεις. Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, αναγκάστηκε να φύγει με την οικογένειά της στην Αθήνα το 1941, μετά από προδοσία. Η εικόνα του Γερμανού φαντάρου, του αξιωματικού και του προδότη μπροστά στην πόρτα τους στις 25 Μαρτίου 1944, παραμένει ανεξίτηλη. Η εμπειρία των περιβόητων τρένων προς το άγνωστο, με την αφόρητη μυρωδιά, το κλάμα και την υστερία, στοιχειώνει τη Λόλα για δεκαετίες. «Για πάρα πολλά χρόνια δεν άντεχα το τρένο», εξομολογείται.
Οι μνήμες της από το Μπέργκεν-Μπέλζεν είναι «φωτογραφικές», περιγράφοντας την απόλυτη φρίκη. Η απελευθέρωση ήρθε τον Απρίλιο του 1945, όταν το τρένο τους σταμάτησε κοντά στη λίμνη του Μαγδεμβούργου, αποφεύγοντας την εκτέλεση από τους Γερμανούς. Κατά την επιστροφή της στην Ελλάδα στις 11 Σεπτεμβρίου 1945, ένιωθε «ηλικιωμένη», έχοντας μάθει να μην ζητά τίποτα. Η ανάμνηση ενός φαντάρου με σκύλο στον σταθμό της Βόννης, κατά τη διάρκεια εργασίας της στη Γερμανία, της προκάλεσε τόσο έντονο σοκ που ζήτησε να γυρίσουν πίσω.