Η Ελλάδα ετοιμάζεται να γίνει κόμβος Data Centers: Στρατηγική και ευκαιρίες
Παρουσιάστηκε η μελέτη για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων, αναδεικνύοντας τις δυνατότητες της χώρας ως περιφερειακό ψηφιακό κόμβο.
Το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, σε συνεργασία με τα Υπουργεία Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ανάπτυξης, παρουσίασε μια στρατηγική μελέτη για τη χωροθέτηση και ανάπτυξη Κέντρων Δεδομένων (Data Centers) στην Ελλάδα. Η εκδήλωση, που έλαβε χώρα στο Ωδείο Αθηνών, τίμησε με την παρουσία τους οι αρμόδιοι Υπουργοί Δημήτρης Παπαστεργίου και Τάκης Θεοδωρικάκος.
Η μελέτη, η οποία εκπονήθηκε από την PwC, υπογραμμίζει τις σημαντικές ευκαιρίες που διανοίγονται για την Ελλάδα στον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα των ψηφιακών υποδομών. Ο στόχος δεν είναι η ανεξέλεγκτη επέκταση των Data Centers, αλλά η αρμονική και ορθολογική εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, με έμφαση στη βιωσιμότητα και τον περιορισμό του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, ως σταυροδρόμι τριών ηπείρων, η ισχυρή διεθνής συνδεσιμότητα και η πρόσβαση σε αναδυόμενες αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου, την καθιστούν ιδανική για να εξελιχθεί σε έναν κεντρικό περιφερειακό κόμβο για την ανάπτυξη Data Centers και την κυκλοφορία ψηφιακών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η περιφερειακή ανάπτυξη του κλάδου μπορεί να δημιουργήσει μια δυνητική αγορά ύψους έως και 5 GW στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με κύριες πηγές προέλευσης την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, αλλά και τη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση, τις τηλεπικοινωνιακές της υποδομές και τη διασύνδεσή της με διεθνή δίκτυα, βρίσκεται σε προνομιακή θέση για να διεκδικήσει ένα σημαντικό μερίδιο αυτής της αναπτυσσόμενης αγοράς.
Ήδη, καταγράφεται έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη Data Centers στην Ελλάδα, το οποίο υπερβαίνει το 1 GW, ξεπερνώντας κατά είκοσι φορές τη σημερινή εγκατεστημένη λειτουργική ισχύ. Έχουν υποβληθεί περισσότερες από 25 αιτήσεις σύνδεσης στο ηλεκτρικό σύστημα, εκ των οποίων περίπου το 50% έχει ήδη λάβει τους όρους σύνδεσης. Το μεγαλύτερο μέρος των αιτημάτων εστιάζει στην Αττική, ενώ επενδυτικό ενδιαφέρον εκδηλώνεται επίσης σε Θεσσαλονίκη, Δυτική Μακεδονία, Βοιωτία, Κορινθία, Μεγαλόπολη και Κρήτη. Οι επενδύσεις προέρχονται από hyperscalers, παρόχους Data Centers, δημόσιους φορείς, ενεργειακές εταιρείες και επενδυτές υποδομών.
Η μελέτη διερευνά επίσης τις παγκόσμιες τάσεις που διαμορφώνουν το νέο τοπίο των ψηφιακών υποδομών. Η παγκόσμια ζήτηση για συνολική ισχύ Data Centers αναμένεται να τριπλασιαστεί έως το 2034, από 18 GW σε 58 GW. Αυτή η αύξηση οφείλεται στην εκθετική ανάπτυξη εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης και υπηρεσιών cloud, στην επέκταση των δικτύων 5G και στην αυξημένη χρήση υπηρεσιών streaming υψηλής ανάλυσης. Ταυτόχρονα, οι κύριοι ευρωπαϊκοί κόμβοι Data Centers παρουσιάζουν πληρότητα που ξεπερνά το 90% και αντιμετωπίζουν περιορισμούς στα ενεργειακά δίκτυα και καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, ωθώντας όλο και περισσότερες επενδύσεις προς νέες περιφερειακές αγορές, όπως η Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η ανάπτυξη του κλάδου των Data Centers απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό. Η μελέτη επισημαίνει τη γεωγραφική ανισορροπία μεταξύ περιοχών υψηλής ζήτησης, όπως η Αττική, και περιοχών με μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος για τη σύνδεση νέων εγκαταστάσεων. Η συνολική δυναμικότητα του ηλεκτρικού συστήματος εκτιμάται σε περίπου 1,9 GW το 2025 και αναμένεται να φτάσει τα 2,9 GW έως το 2034, σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης Ενέργειας και Κλίματος (ΕΣΕΚ).
Σύμφωνα με τη μελέτη, τα βασικά κριτήρια που λαμβάνουν υπόψη οι επενδυτές για τη χωροθέτηση εγκαταστάσεων Data Centers περιλαμβάνουν τη συνδεσιμότητα, τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, τα οικονομικά και αδειοδοτικά κίνητρα, καθώς και την εγγύτητα σε αστικά και επιχειρηματικά κέντρα με καλή προσβασιμότητα.
Τα συμπεράσματα της μελέτης καταδεικνύουν ότι, μέσω του κατάλληλου σχεδιασμού πολιτικών και υποδομών, και αξιοποιώντας τη διεθνή εμπειρία, η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τη θέση της στον παγκόσμιο ψηφιακό χάρτη. Αυτό θα επιτευχθεί με την προσέλκυση επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας και την ενίσχυση του ρόλου της ως περιφερειακού κόμβου ψηφιακών υπηρεσιών.