Ιράν: Στρατηγική διάχυσης της σύγκρουσης μέσω στοχευμένων χτυπημάτων σε αραβικά κράτη
Ανάλυση για την ιρανική στρατηγική που μετατοπίζει το επίκεντρο της σύγκρουσης, επηρεάζοντας την παγκόσμια οικονομία και ασφάλεια.
Αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημα, αναλυτές εκτιμούν ότι το Ιράν έχει πραγματοποιήσει εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων και drones εναντίον των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και όχι του Ισραήλ, από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Παρόλο που η Τεχεράνη δέχεται σφοδρές επιθέσεις από τις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκατρείς ημέρες, είναι πλέον σαφές ότι για τους Ιρανούς το κέντρο βάρους της σύγκρουσης δεν είναι οι επιτιθέμενες δυνάμεις, αλλά αραβικά κράτη της Μέσης Ανατολής, με κομβικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία.
Οι Ιρανοί, «διαβασμένοι», φαίνεται να έχουν αναπτύξει μια σαφή και υψηλή στρατηγική απέναντι στα αμερικανο-ισραηλινά χτυπήματα. Η στρατηγική αυτή δεν βασίζεται αποκλειστικά στην αποτρεπτική τους ικανότητα, αλλά περιλαμβάνει μια σειρά από περιφερειακά αντίμετρα που οδηγούν στη διάχυση της σύγκρουσης σε παγκόσμια κλίμακα. Επικεντρώνονται σε χτυπήματα κατά του αραβικού κόσμου, με έμφαση σε:
* Θαλάσσιους δρόμους και ποντοπόρο ναυτιλία
* Ενεργειακές υποδομές και διυλιστήρια
* Τουριστικές μονάδες, μεταφορές και αεροδρόμια
Αυτές οι στοχευμένες ενέργειες εκτοξεύουν την «εξωστρέφεια» του πολέμου, κορυφώνοντας την πίεση προς τις χώρες του Κόλπου, αλλά και τη διεθνή κοινότητα. Η προαναγγελθείσα από τον νέο θρησκευτικό ηγέτη του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμεϊνί, πρόθεση για κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει ήδη εκτινάξει την τιμή του πετρελαίου, ενώ οι αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και το ράλι των τιμών των πετρελαιοειδών αρχίζουν να γίνονται αισθητές σε όλη τη Δύση.
Σε αυτή την προσέγγιση, το κέντρο βάρους για το Ιράν δεν είναι μόνο η επιτυχής απόκρουση των αμερικανο-ισραηλινών χτυπημάτων, αλλά κυρίως η επιδείνωση του παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος. Στόχος είναι οι καταναλωτές να μεταφέρουν την πίεση από τα ράφια και τα πρατήρια υγρών καυσίμων προς τις εθνικές κυβερνήσεις, προκειμένου να επιτευχθεί η άμεση κατάπαυση του πυρός και η λήξη του πολέμου.
Εάν η στρατηγική του Ιράν ευοδωθεί, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του θα μπορούσαν να τερματιστούν νωρίτερα, ή τουλάχιστον πριν το καθεστώς καταρρεύσει ή εξαντληθεί. Ταυτόχρονα, θα έχει επιτύχει σημαντική αποδυνάμωση άλλων κρατών της ευρύτερης περιοχής, καθώς ένα από τους «επιλέξιμους» στόχους για το Ιράν είναι τα διυλιστήρια της Aramco. Παράλληλα, θα αποδυναμωθεί η ηγεμονική εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές με την πορεία της αμερικανικής οικονομίας να αποτελεί πρώτο κριτήριο για τους ψηφοφόρους. Η υψηλή στρατηγική του Ιράν στέλνει, επίσης, μηνύματα για την επόμενη ημέρα στην ευρύτερη περιοχή, καθώς σε περίπτωση υψηλής ανθεκτικότητας στα απανωτά χτυπήματα, θα επιβάλει τους όρους του απέναντι σε αραβικά κράτη.
Το Foreign Affairs εκτιμά ότι η κλιμάκωση του πολέμου ευνοεί μόνο το Ιράν, προσθέτοντας ότι τα ιρανικά χτυπήματα «αντιπροσωπεύουν μια στρατηγική οριζόντιας κλιμάκωσης, μια προσπάθεια να μεταμορφωθούν τα διακυβεύματα μιας σύγκρουσης διευρύνοντας το εύρος και παρατείνοντας τη διάρκειά της». Η εφημερίδα σημειώνει ότι «μια τέτοια στρατηγική επιτρέπει σε έναν ασθενέστερο μαχητή να αλλάξει τον υπολογισμό ενός πιο ισχυρού εχθρού. Και έχει λειτουργήσει στο παρελθόν, εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών», παραπέμποντας στο Βιετνάμ.
Επιπλέον, τα πλήγματα σε στρατηγικές υποδομές, όπως οι τουριστικές, στα αραβικά κράτη, οδηγούν σε ταχεία αποδόμηση του καθεστώτος ασφάλειας που ενέπνεαν μέχρι τώρα παγκόσμιοι τουριστικοί προορισμοί, όπως το Ντουμπάι. Οι New York Times υποστηρίζουν ότι οι σύμβουλοι του Αμερικανού Προέδρου υποτίμησαν την αναταραχή στις αγορές από τις πολεμικές επιχειρήσεις, ακόμη και κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος βομβαρδισμών, τον περασμένο Ιούνιο. Ο Πρόεδρος Τραμπ υποβάθμισε τους κινδύνους για τις αγορές ενέργειας ως βραχυπρόθεσμη ανησυχία που δεν θα έπρεπε να επισκιάσει την αποστολή αποκεφαλισμού του ιρανικού καθεστώτος. Η αναζήτηση οδών εξόδου από τον πόλεμο έχει αποκτήσει επείγουσα σημασία, καθώς οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου αυξάνονται και οι Ηνωμένες Πολιτείες καίνε ακριβά πυρομαχικά, με το κόστος να υπολογίζεται σε 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο για τα πρώτα εικοσιτετράωρα του πολέμου.