Νομική “μάχη” για το δημοψήφισμα της ΔΕΘ: Επανατοποθέτηση των ειδικών
Η Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ απαντά σε κρίσιμα νομικά ζητήματα, υπερασπιζόμενη το αίτημα των 23.214 δημοτών.
Η Οργανωτική Επιτροπή Δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ δημοσιοποιεί την τοποθέτηση των νομικών-συνταγματολόγων Ιφιγένειας Καμτσίδου, Ακρίτα Καϊδατζή και Χαράλαμπου Κουρουνδή, μελών της ομάδας νομικής υποστήριξης της επιτροπής, αναφορικά με τη νομιμότητα του αιτήματος για τη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος σχετικά με το μέλλον της ΔΕΘ.
Οι τρεις νομικοί επανέρχονται με σκοπό να αποσαφηνίσουν κρίσιμα νομικά και θεσμικά ζητήματα. Στην αναλυτική τους τοποθέτηση, υπογραμμίζουν ότι το δημοτικό δημοψήφισμα συνιστά θεσμό πολιτικής συμμετοχής και όχι απλή διοικητική διαδικασία. Επιπλέον, τεκμηριώνουν τη νομιμότητα και την εγκυρότητα του αιτήματος, αντλώντας στοιχεία από τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τονίζουν κατηγορηματικά ότι οποιαδήποτε προσπάθεια απόρριψης του αιτήματος των 23.214 δημοτών με προσχήματα δεν αποτελεί απλώς εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, αλλά συνιστά σοβαρή θεσμική και δημοκρατική εκτροπή.
Η αναλυτική τοποθέτηση των τριών νομικών έχει ως εξής:
**Για τη νομιμότητα του αιτήματος διενέργειας τοπικού δημοψηφίσματος αναφορικά με το μέλλον της ΔΕΘ**
Επανερχόμαστε, λίγο πιο αναλυτικά, για να διευκρινίσουμε κάποια ζητήματα που συσκοτίζονται στη συζήτηση αναφορικά με τη διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος για το μέλλον της ΔΕΘ.
Α. Το δημοτικό (όπως και το περιφερειακό) δημοψήφισμα διέπεται από τις διατάξεις του κεφαλαίου Η΄ (άρθρα 133-151) του ν. 4555/2018. Ο τίτλος του κεφαλαίου είναι «Ρυθμίσεις για την ενίσχυση των θεσμών συμμετοχής στην τοπική αυτοδιοίκηση – Δημοτικό και περιφερειακό δημοψήφισμα». Με τις διατάξεις του δεν θεσμοθετείται οποιαδήποτε διοικητική διαδικασία, αλλά ένας θεσμός πολιτικής συμμετοχής, από τη φύση του οποίου προκύπτει και η αναλογία του με το εθνικό δημοψήφισμα. Οι εκλογείς του οικείου δήμου ή περιφέρειας μετά από αίτηση των οποίων διεξάγεται δημοψήφισμα δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως διοικούμενοι, αλλά ως πολίτες, δηλαδή φορείς της λαϊκής κυριαρχίας. Το (συλλογικό) δικαίωμα των εκλογέων να προκαλέσουν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος είναι, προδήλως, ένα πολιτικό δικαίωμα που τους απονέμει ο νόμος, όχι οποιοδήποτε ατομικό δικαίωμα του οποίου την υλοποίηση ή προστασία αιτούνται προς τη Διοίκηση. Ως εκ τούτου, (θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο ότι η προκήρυξη δημοψηφίσματος δεν συνιστά «έκδοση διοικητικής πράξης» κατά την έννοια του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, καθόσον με αυτή δεν κινείται οποιαδήποτε διοικητική, αλλά μια πολιτική συμμετοχική διαδικασία.
Εξίσου αυτονόητο (θα έπρεπε να) είναι ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 134 του ν. 4555/2018 αίτηση αριθμού εκλογέων για τη διενέργεια δημοψηφίσματος ούτε κατά διάνοια εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, με τίτλο «Αιτήσεις προς τη Διοίκηση». Ήδη και μόνο για το λόγο ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται σε αιτήσεις «για την έκδοση διοικητικής πράξης» (παρ. 1), κάτι που δεν συντρέχει στην περίπτωση δημοψηφίσματος. Με απλά λόγια, η διενέργεια δημοψηφίσματος δεν είναι το ίδιο, ούτε υπόκειται στην ίδια διαδικασία, με τη χορήγηση άδειας για τη λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ο κατ’ άρθρο 137 του ν. 4555/2018 έλεγχος που ασκεί ο επόπτης ΟΤΑ εκ μέρους της Αποκεντρωμένης Διοίκησης δεν σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό: Όπως το Δημοτικό Συμβούλιο, έτσι και τα όργανα της κρατικής εποπτείας ελέγχουν, απλώς, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις· ελέγχουν, δηλαδή, αποκλειστικά και μόνον αν οι αιτούντες/αιτούσες το δημοψήφισμα είναι δημότες.
Υπενθυμίζουμε, δε, τη διάταξη του άρθρου 134 παρ. 3 του ν. 4555/2018: «Η μη εισαγωγή προς συζήτηση και ψήφιση του αιτήματος δημοψηφίσματος από τον πρόεδρο του οικείου δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου συνιστά σοβαρό πειθαρχικό αδίκημα».
Β. Σε κάθε περίπτωση, για να αρθεί οποιαδήποτε αμφιβολία αναφορικά με τη νομιμότητα του αιτήματος, έχουμε ήδη υποδείξει τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που έχει αποφανθεί ότι η ανυπόγραφη αίτηση πληροί την απαίτηση του νόμου για υποβολή έγγραφης αίτησης, όταν από τα υπόλοιπα στοιχεία προκύπτει η ταυτότητα και η σοβαρότητα της βούλησης του ενδιαφερομένου (ΣτΕ 2524/2003). Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ως προς τη συνδρομή της συγκεκριμένης προϋπόθεσης: τα πρόσωπα που συμπλήρωσαν τα προσωπικά τους δεδομένα στην ιστοσελίδα της οργανωτικής επιτροπής -δεχόμενα, ρητώς, την επεξεργασία τους- προφανώς και εξέφρασαν τη βούλησή τους προς τον Δήμο Θεσσαλονίκης. Σε αυτό το πλαίσιο, το έγγραφο της Διεύθυνσης Μητρώου Πολιτών του Δήμου που αναφέρει για την αίτηση που υποβλήθηκε ότι «κατά την άποψη της Υπηρεσίας μας, δεν πληροί τον τύπο του άρθρου 3 ΚΔΔ, δεν ισοδυναμεί με αίτηση, ούτε με δήλωση βούλησης» αποτελεί εμπαιγμό. Με απλά λόγια, δεν δέχεται ότι οι 23.214 δημότες που συμπλήρωσαν το ονοματεπώνυμό τους, το πατρώνυμό τους, το μητρώνυμό τους, το έτος γέννησής τους και δήλωσαν ότι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Θεσσαλονίκης και δέχονται την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων για τον συγκεκριμένο σκοπό «ήτοι για την υποβολή του ενυπόγραφου αιτήματός μου με το ως άνω περιεχόμενο συγκεντρωτικά με τα αντίστοιχα αιτήματα άλλων δημοτών στο Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης» ήθελαν να εκφράσουν τη βούλησή τους!
Γ. Ενδεχόμενη άρνηση του Δήμου Θεσσαλονίκης να αποδεχθεί το αίτημα 23.214 πολιτών, δημοτών του Δήμου, με το πρόσχημα της επίκλησης του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αποτελεί βαρύτατη δημοκρατική εκτροπή. Αυτό που οι δημότες ζητάνε από τον Δήμο δεν είναι η «καλή πίστη» του, ως εάν επρόκειτο για ιδιώτη σε κάποια συναλλαγή. Ζητούν τον αυτονόητο σεβασμό των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων.
Η διοίκηση του Δήμου πρέπει να αντιληφθεί ότι εάν επιλέξει να ακολουθήσει τη λανθασμένη «ερμηνεία» της ως άνω υπηρεσίας, ο Δήμος Θεσσαλονίκης προσβάλλει βάναυσα 23.214 δημότες του, από τους οποίους:
– στερεί το νομοθετικά κατοχυρωμένο (από το άρθρο 134 του ν. 4555/2018) πολιτικό-συμμετοχικό δικαίωμα διενέργειας δημοψηφίσματος, εφευρίσκοντας τυπικές «προϋποθέσεις» για την άσκησή του που δεν προβλέπονται πουθενά.
– προσβάλλει το συνταγματικά κατοχυρωμένο (από το άρθρο 10 του Συντάγματος) δικαίωμα αναφοράς στις αρχές, αγνοώντας και θεωρώντας ως μη γενόμενη την προς αυτόν επικοινωνία, και μάλιστα για ένα μείζονος σημασίας θεσμικό ζήτημα, δεκάδων χιλιάδων δημοτών.
– προσβάλλει το εξίσου συνταγματικά κατοχυρωμένο (από το άρθρο 5Α παρ. 2 του Συντάγματος) δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας, μη αναγνωρίζοντας καθόλα έγκυρες και αδιάβλητες διαδικασίες ηλεκτρονικής έκφρασης της βούλησης δημοτών.
– παραβαίνει τη συνταγματική υποχρέωσή του (από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων των δημοτών του.
Ως διοικητική, θεσμική και πολιτική οντότητα, ο Δήμος υπάρχει χάριν των δημοτών του. Εάν επιλέξει να αντιμετωπίζει τους δημότες του, και μάλιστα μαζικά, ως εχθρούς θα απωλέσει όχι μόνο τον προορισμό αλλά και τη νομιμοποίησή του.
Ιφιγένεια Καμτσίδου, Ακρίτας Καιδατζής, Χαράλαμπος Κουρουνδής
