Η ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας: σταθερότητα παρά τις αναταραχές
Η Citi αναλύει τους παράγοντες που στηρίζουν τη σταθερή ανάπτυξη και τους κινδύνους που παραμονεύουν
Από την κρίση του 2008, την τελευταία παγκόσμια ύφεση που προκλήθηκε από οικονομικούς ή χρηματοπιστωτικούς παράγοντες, η παγκόσμια οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Ακόμη και τα διαδοχικά σοκ, είτε γεωπολιτικά, νομισματικά είτε εμπορικά, δεν κατάφεραν να εκτροχιάσουν διατηρήσιμα την αναπτυξιακή πορεία. Αυτή είναι η κεντρική διαπίστωση έκθεσης της Citi, η οποία υποστηρίζει ότι η σταθερότητα έχει εδραιωθεί.
Η Citi εκτιμά ότι η παγκόσμια ανάπτυξη διαμορφώθηκε στο 3% το 2025, κοντά στο μακροχρόνιο μέσο όρο, και προβλέπει ελαφρά επιβράδυνση στο 2,9% το 2026 και 2,8% το 2027. Αυτή η σταθερότητα, κοντά στην τάση, επιτυγχάνεται παρά τον πόλεμο στην Ουκρανία, τους δασμούς, τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα και τον επιθετικό κύκλο αυξήσεων επιτοκίων που προηγήθηκε. Η τράπεζα αποδίδει αυτή την ανθεκτικότητα στην προσαρμοστικότητα της πλευράς προσφοράς. Οι επιχειρήσεις έχουν αναπτύξει μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση προμηθευτών, κόστους και παραγωγής, με αποτέλεσμα τα σοκ να απορροφώνται ταχύτερα. Ενώ η τεχνητή νοημοσύνη δεν θεωρείται ακόμη βασικός μοχλός παραγωγικότητας, η ευρύτερη τεχνολογική ωρίμανση έχει ήδη ενισχύσει τη δομική αντοχή των οικονομιών.
Στις ανεπτυγμένες αγορές, η ανάπτυξη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1,9% το 2026. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο βασικός κινητήρας με ρυθμό 2,4%, ενώ η Γερμανία αναμένεται να επιταχύνει στο 1,0% λόγω δημοσιονομικής επέκτασης και η Ισπανία συνεχίζει να υπεραποδίδει. Στις αναδυόμενες οικονομίες, η επέκταση αναμένεται στο 4,1%, παρά την επιβράδυνση σε Κίνα και Ινδία, με παράλληλη βελτίωση σε Μεξικό και Νότια Κορέα.
Καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση αυτού του θετικού περιβάλλοντος είναι η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ο γενικός δείκτης έχει επιστρέψει κοντά στο 2%, ενώ και ο δομικός πληθωρισμός παραμένει ελεγχόμενος. Με την ανάπτυξη κοντά στην τάση, οι πιέσεις στην αγορά εργασίας και στους παραγωγικούς πόρους θεωρούνται περιορισμένες. Η Citi αναγνωρίζει ανοδικούς κινδύνους από το πετρέλαιο και τα βιομηχανικά μέταλλα, αλλά δεν τους θεωρεί επαρκείς για να μεταβάλουν το βασικό σενάριο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νομισματική πολιτική μεταβαίνει από περιοριστική σε ουδέτερη ή ήπια υποστηρικτική. Οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες έχουν ήδη αντιστρέψει μέρος της προηγούμενης σύσφιξης. Η Federal Reserve αναμένεται να μειώσει το επιτόκιο στο εύρος 2,75%-3,0% έως το φθινόπωρο του 2026. Η Τράπεζα της Αγγλίας αναμένεται να ακολουθήσει παρόμοια πορεία χαλάρωσης, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προβλέπεται να διατηρήσει το επιτόκιο στο 2%. Εξαιρέσεις αποτελούν οικονομίες όπως η Ιαπωνία και η Αυστραλία, όπου η κανονικοποίηση συνεχίζεται.
Ωστόσο, η Citi δεν αγνοεί τους κινδύνους. Ένας από αυτούς είναι η πιθανότητα απότομης διόρθωσης στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει επενδύσεις και αγορές. Επιπλέον, οι γεωπολιτικές εστίες παραμένουν ενεργές, με την ενέργεια να αποτελεί βασικό μηχανισμό μετάδοσης. Η αγορά εργασίας των ΗΠΑ εμφανίζει επίσης σημάδια κόπωσης, ενώ οι πολιτικές παρεμβάσεις ενόψει εκλογών ενδέχεται να δημιουργήσουν στρεβλώσεις. Κυρίως, τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους σε μεγάλες οικονομίες συνιστούν τη σημαντικότερη μεσοπρόθεσμη πρόκληση, καθώς η αυξημένη έκδοση κρατικών τίτλων θα πρέπει να απορροφηθεί από τις αγορές.
Το στρατηγικό συμπέρασμα της Citi είναι ότι η παγκόσμια οικονομία έχει αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργεί σε καθεστώς σταθερής ανάπτυξης, χωρίς να διολισθαίνει εύκολα σε ύφεση. Για να εκτροχιαστεί το σύστημα, απαιτείται πλέον σοκ μεγαλύτερης κλίμακας ή συνδυασμός παραγόντων. Μέχρι τότε, το βασικό σενάριο παραμένει αυτό της ισορροπημένης ανάπτυξης με ελεγχόμενο πληθωρισμό και σταδιακά πιο χαλαρή νομισματική πολιτική. Η ανθεκτικότητα συνεχίζεται, αλλά το ερώτημα παραμένει αν οι αγορές έχουν ήδη τιμολογήσει πλήρως αυτή τη σταθερότητα ή αν το επόμενο σοκ θα προκύψει από απρόσμενες πηγές.
