Ενημέρωση με ένα κλικ

Το Ιράν ενισχύει το πυραυλικό του οπλοστάσιο: Πώς η Τεχεράνη μετέτρεψε τους βαλλιστικούς πυραύλους σε «ασφαλιστήριο συμβόλαιο»

Από την «μεγαλύτερη απειλή» του πυρηνικού προγράμματος, στην άμεση πρόκληση των βαλλιστικών πυραύλων που αλλάζουν τις γεωπολιτικές ισορροπίες.

Ενώ η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να εστιάζει στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ως την κύρια απειλή για τα συμφέροντά της, στην Ιερουσαλήμ η προσοχή έχει μετατοπιστεί στο βαλλιστικό πυραυλικό σύστημα της Τεχεράνης. Μετά την καλοκαιρινή επιχείρηση «Am Kalavi», οι Ιρανοί κινούνται με ταχύτητα «σπρίντερ», αποκαθιστώντας ζημιές, αυξάνοντας την παραγωγή και αντλώντας μαθήματα από κάθε πλήγμα. Το ερώτημα παραμένει: πώς αυτό το οπλοστάσιο εξελίχθηκε σε «ασφαλιστήριο συμβόλαιο» για το καθεστώς, ποιοι βαλλιστικοί πύραυλοι παραμένουν σε εφεδρεία και αν η απειλή αγγίζει πλέον και την Ευρώπη.

Η κρίσιμη έκρηξη που σημάδεψε το πρόγραμμα συνέβη το απόγευμα του Σαββάτου 12 Νοεμβρίου 2011, σε μια μυστική πυραυλική βάση κοντά στο χωριό Μπιντγκανέχ, περίπου 45 χιλιόμετρα από την Τεχεράνη. Εκεί, ανώτεροι αξιωματικοί των Φρουρών της Επανάστασης και μηχανικοί της αμυντικής βιομηχανίας παρακολουθούσαν τη δοκιμή ενός νέου βαλλιστικού πυραύλου στερεού καυσίμου. Επικεφαλής ήταν ο ταξίαρχος Χασάν Τεχράνι Μογκαντάμ, ο επονομαζόμενος «πατέρας» του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος. Λίγα λεπτά μετά την έναρξη της δοκιμής, μια ισχυρή έκρηξη, που ακούστηκε μέχρι την Τεχεράνη, προκάλεσε αλυσιδωτές δευτερογενείς εκρήξεις, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος της βάσης. Ο απολογισμός ήταν τουλάχιστον 36 νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο Μογκαντάμ, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, επιθυμούσε να χαραχθεί στον τάφο του: «Εδώ κείτεται εκείνος που ήθελε να καταστρέψει το Ισραήλ».

Δεκατρία και πλέον χρόνια αργότερα, ο διάδοχός του, διοικητής της Αεροδιαστημικής Δύναμης των Φρουρών της Επανάστασης, Αμίρ-Αλί Χατζιζαντέχ, σκοτώθηκε στο εναρκτήριο πλήγμα της επιχείρησης «Am Kalavi». Ωστόσο, το οπλοστάσιο που είχε δημιουργηθεί – χιλιάδες βαλλιστικοί πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και αυξημένης ακρίβειας – όχι μόνο επιβίωσε, αλλά συνέχισε να ενισχύεται.

Για δεκαετίες, το Ισραήλ χαρακτήριζε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ως τη «μεγαλύτερη απειλή». Ωστόσο, μετά τον 12ήμερο πόλεμο του Ιουνίου του προηγούμενου έτους, κατά τον οποίο το πυρηνικό πρόγραμμα υπέστη σοβαρά πλήγματα, η προτεραιότητα μετατοπίστηκε. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι θεωρούνται πλέον η πιο άμεση απειλή. Σύμφωνα με τον Μεΐρ Μπεν-Σαμπάτ, πρώην επικεφαλής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας του Ισραήλ, η ιρανική ηγεσία επιδίωκε τη δημιουργία ενός πυραυλικού συστήματος «σε ποσότητα, ποιότητα και εμβέλεια ικανή να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του Ισραήλ». Παρά τις ζημιές και την επιβράδυνση που προκάλεσε το Ισραήλ, η Τεχεράνη ανανέωσε τις προσπάθειές της.

Το κρίσιμο ζήτημα, πλέον, δεν είναι μόνο η ποιότητα των πυραύλων, αλλά και η ποσότητά τους. Παρά το υψηλό ποσοστό αναχαίτισης στις ιρανικές επιθέσεις του καλοκαιριού (το Iron Dome αναχαίτισε το 86% των πυραύλων που πέρασαν τον εναέριο χώρο του Ισραήλ, σύμφωνα με τις ισραηλινές εκτιμήσεις), το ισραηλινό αμυντικό κατεστημένο πιστεύει ότι σε μια μελλοντική σύγκρουση, ο καθοριστικός παράγοντας θα είναι ο όγκος πυρός και όχι μόνο η ποιότητα.

Ο Ντάνι Σιτρινόβιτς, πρώην επικεφαλής του τμήματος της ισραηλινής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών που ήταν υπεύθυνο για το Ιράν, χαρακτηρίζει τους πυραύλους «κεντρικό άξονα» του ιρανικού αμυντικού δόγματος. Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόγραμμα θεωρείται από το καθεστώς «αμιγώς αμυντικό» και μη διαπραγματεύσιμο, κάτι που άλλωστε ξεκαθάρισαν με κάθε τρόπο οι Ιρανοί διαπραγματευτές στις πρόσφατες έμμεσες συνομιλίες με τους Αμερικανούς ομολόγους τους. Μετά τη βελτίωση της εμβέλειας, της ακρίβειας και των πολεμικών κεφαλών, η έμφαση δίνεται πλέον στην αύξηση της ποσότητας και της διάρκειας ζωής, μέσω της διασποράς, των υπόγειων εγκαταστάσεων και των πλεοναζουσών υποδομών. Παρά τις δυσκολίες στην προμήθεια ορισμένων προηγμένων εξαρτημάτων, η παραγωγή συνεχίζεται σε μεγάλη κλίμακα. Η Ταλί Ινμπάρ, ειδικός για το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα, εκτιμά ότι το Ιράν διατηρεί ακόμη δεκάδες βαριούς πυραύλους Khorramshahr-4, με εμβέλεια 2.000 χιλιομέτρων και δυνατότητα μεταφοράς κεφαλής 1.500 κιλών. Αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τους ρυθμούς παραγωγής, γίνεται λόγος για «χιλιάδες» πυραύλους στο συνολικό οπλοστάσιο.

Το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα ξεκίνησε αρχικά ως απάντηση στους ιρακινους πυραυλικούς βομβαρδισμούς κατά τη δεκαετία του 1980. Το Ιράν απέκτησε βαλλιστικούς πυραύλους μικρού βεληνεκούς Scud από τη Συρία, τη Λιβύη και αργότερα τη Βόρεια Κορέα. Τους αποσυναρμολόγησε και, μέσω αντίστροφης μηχανικής, ανέπτυξε εγχώρια παραγωγή, οδηγώντας στη δημιουργία των πυραύλων Shahab-1 και Shahab-2. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, παράλληλα με την ενίσχυση του πυρηνικού προγράμματος, δόθηκε έμφαση στην αύξηση της εμβέλειας, ώστε να μπορούν να πλήξουν το Ισραήλ, στη μετάβαση από υγρά σε στερεά καύσιμα και στη βελτίωση της ακρίβειας.

Το Ιράν έχει επενδύσει σε υπόγειες εγκαταστάσεις και διασυνδεδεμένες βάσεις, δημιουργώντας τις λεγόμενες «πυραυλικές πόλεις». Παράλληλα, αξιοποιεί τη μεγάλη εμβέλεια για να απομακρύνει τους εκτοξευτές από ευάλωτες περιοχές. Η απειλή, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο Ισραήλ. Μέρος του οπλοστασίου μπορεί θεωρητικά να φθάσει χώρες της νότιας και ανατολικής Ευρώπης, ενώ αναπτύσσονται και αντιπλοϊκές βαλλιστικές δυνατότητες που θα μπορούσαν να απειλήσουν αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις στον Περσικό Κόλπο. Επιπλέον, τις τελευταίες μέρες υπάρχουν αναφορές για επικείμενη συμφωνία απόκτησης υπερηχητικών αντιπλοϊκών πυραύλων από την Κίνα.

Σύμφωνα με ισραηλινές εκτιμήσεις, για τις ΗΠΑ η υπαρξιακή απειλή παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα, ενώ οι πύραυλοι θεωρούνται δευτερεύον ζήτημα. Το Ισραήλ, ωστόσο, επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι το πυραυλικό οπλοστάσιο αποτελεί «κόκκινη γραμμή» και όχι απλό παράρτημα μιας ενδεχόμενης πυρηνικής συμφωνίας. Η ισραηλινή στρατηγική δεν στοχεύει απαραίτητα στην πλήρη εξάλειψη της ικανότητας, αλλά στην πρόκληση βαθιάς ζημιάς που θα επιβραδύνει την ανασυγκρότηση και θα αυξήσει το κόστος για την Τεχεράνη. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη συνδυασμού στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών μέσων πίεσης. Όπως εκτιμά ο Μπεν-Σαμπάτ, όσο το καθεστώς των αγιατολάχ παραμένει στην εξουσία, δεν αναμένεται ουσιαστική αλλαγή στις στρατηγικές φιλοδοξίες του. Ο αγώνας κατά της συσσώρευσης πυραυλικής ισχύος, σημειώνει, «δεν θα είναι εφάπαξ προσπάθεια, αλλά διαρκής δραστηριότητα», με στόχο να αμφισβητηθεί στην πράξη η σκοπιμότητα της επένδυσης σε αυτόν τον τομέα.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com