Ιλχάν Ομάρ: Η βουλευτής που «προκαλεί» τον Τραμπ
Η ρήξη μεταξύ της Δημοκρατικής βουλευτού και του Αμερικανού προέδρου, από τις κατηγορίες για τη μεταναστευτική πολιτική έως τις προσωπικές επιθέσεις.
Στο επίκεντρο της προσοχής βρέθηκε η βουλευτής των Δημοκρατικών, Ιλχάν Ομάρ, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Ντόναλντ Τραμπ για την Κατάσταση του Έθνους. Η Ομάρ δεν δίστασε να εκφράσει την αντίθεσή της στη μεταναστευτική πολιτική του προέδρου, φωνάζοντας «σκοτώνετε τους Αμερικανούς» ως απάντηση στους θανάτους δύο πολιτών στη Μινεσότα. Ο Αμερικανός πρόεδρος, αντιδρώντας, την κάλεσε χιουμοριστικά να «μπει σε μια βάρκα μαζί με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και να εγκαταλείψει τη χώρα!».
Η Ιλχάν Ομάρ, η οποία εκπροσωπεί την πέμπτη εκλογική περιφέρεια της Μινεσότα, έχει διαδραματίσει ρόλο δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τη θητεία της στην εθνική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Εδώ και χρόνια, αποτελεί στόχο σφοδρής κριτικής από τη δεξιά πτέρυγα, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ την έχει στοχοποιήσει επανειλημμένα. Σε προεκλογικές συγκεντρώσεις, έχει καλέσει τους υποστηρικτές του να φωνάζουν «στείλτε την πίσω» στη Σομαλία, τη χώρα όπου γεννήθηκε. Ο Τραμπ την έχει χαρακτηρίσει «σκουπίδι», έχει υπαινιχθεί χωρίς αποδείξεις ότι παντρεύτηκε τον αδελφό της και έχει ισχυριστεί ψευδώς ότι εξύμνησε ισλαμιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα.
Το 2024, η Ομάρ δέχτηκε επίθεση σε δημόσια εκδήλωση στη Μινεσότα, όταν μιλούσε κατά της ICE. Ένας άγνωστος άνδρας την ψέκασε με απροσδιόριστη ουσία, χωρίς όμως να την τραυματίσει. Οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν επιτόπου τον φερόμενο δράστη. Μετά το περιστατικό, η Ομάρ δήλωσε: «Έχω επιβιώσει από πόλεμο. Και σίγουρα θα επιβιώσω από τον εκφοβισμό και οτιδήποτε νομίζουν αυτοί οι άνθρωποι ότι μπορούν να μου ρίξουν».
Η Ιλχάν Ομάρ γεννήθηκε το 1982 στη Σομαλία και έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες ως πρόσφυγας σε ηλικία 12 ετών. Η οικογένειά της διέφυγε από τον εμφύλιο πόλεμο της Σομαλίας και εγκαταστάθηκε αρχικά σε καταυλισμό προσφύγων στην Κένυα. Το 1995 μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, ζώντας πρώτα στη Βιρτζίνια και στη συνέχεια στη Μινεάπολη, όπου έχει αναπτυχθεί ισχυρή σομαλική κοινότητα.
Σε συνεντεύξεις της, έχει περιγράψει ότι, ως νεαρή μουσουλμάνα που φορούσε χιτζάμπ, υπέστη εκφοβισμό στο σχολείο. Συμμαθητές της κολλούσαν τσίχλες στη μαντίλα της και την έσπρωχναν στις σκάλες. Σε συνέντευξή της το 2018 στους New York Times, είχε θυμηθεί τα λόγια του πατέρα της: «Κάθισε και μου είπε: “Άκου, αυτοί οι άνθρωποι που σου κάνουν όλα αυτά, δεν το κάνουν επειδή δεν σε συμπαθούν. Το κάνουν επειδή, με κάποιον τρόπο, αισθάνονται ότι απειλούνται από την ύπαρξή σου”».
Αφού σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Βόρειας Ντακότα, επέστρεψε στη Μινεσότα, όπου άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της τοπικής πολιτικής σκηνής της Μινεάπολης. Το 2017 εξελέγη στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Πολιτείας της Μινεσότα και το 2019 ορκίστηκε μέλος του Κογκρέσου, ως μία από τις δύο πρώτες μουσουλμάνες γυναίκες που εξελέγησαν στο σώμα, μαζί με τη Ρασίντα Τλάιμπ από το Μίσιγκαν.
