Το τέλος μιας εποχής: Η Ευρώπη αναζητά τη θέση της στην «εποχή των Υπερδυνάμεων»
Η Διάσκεψη του Μονάχου σηματοδοτεί την είσοδο σε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, με τις ΗΠΑ να αποστασιοποιούνται και την Ευρώπη να αναζητά την αμυντική της αυτονομία.
Η φετινή Διάσκεψη του Μονάχου σηματοδοτεί το τέλος της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς τάξης για την Ευρώπη, καθώς οι ηγέτες της αντιμετωπίζουν μετωπικά τη νέα πραγματικότητα της «εποχής των Υπερδυνάμεων». «Το 2025 ήταν η χρονιά που οι παλιές βεβαιότητες εξαφανίστηκαν. Το 2026 είναι η χρονιά που θα αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα», δήλωσε η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η αποστασιοποίηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το μεταπολεμικό ευρωατλαντικό πλαίσιο ασφάλειας, η πυρηνική αποτροπή, η αμυντική αυτονομία της ΕΕ και η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων είναι πλέον επείγουσες προτεραιότητες.
Ο Πρόεδρος της Διάσκεψης, Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, περιέγραψε δραματικά ότι «το οικοδόμημα της διεθνούς τάξης αυτή τη στιγμή γκρεμίζεται». Η Ευρώπη προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα απομεινάρια του παλιού status quo και την κούρσα για την πλανητική ηγεμονία, στην οποία πρωταγωνιστούν η Ρωσία, η Ινδία και η Κίνα. Παρόλο που υπερεθνικές συμφωνίες προσέφεραν ανακούφιση, τα περιθώρια ελιγμών έχουν μειωθεί σημαντικά, κυρίως λόγω της στάσης του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, η οποία έχει διαρρήξει έναν μακροχρόνιο δεσμό.
Ο Γερμανός Καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, επισήμανε εμφατικά: «Έχει δημιουργηθεί ένα ρήγμα μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών». Ο προβληματισμός του, που ερμηνεύτηκε ως απάντηση στην ομιλία του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, εστίασε στην ανάγκη για ένα νέο ξεκίνημα στη διατλαντική εταιρική σχέση. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ζητούν εγγυήσεις για την προσήλωση των ΗΠΑ στον ρόλο τους ως παρόχου ασφάλειας. «Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι στην εποχή των υπερδυνάμεων, η ελευθερία μας δεν είναι πλέον εγγυημένη», παραδέχθηκε ο κ. Μερτς, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «ούτε οι ΗΠΑ θα είναι αρκετά ισχυρές για να προχωρήσουν μόνες τους».
Ο Γάλλος Πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, τόνισε την ανάγκη για δύναμη και υπομονή στην Ουκρανία, ενώ υποστήριξε την περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων εντός της ΕΕ. Η Γαλλία επενδύει στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής ταυτότητας και συνοχής, υπεραμύνεται της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε επίπεδο άμυνας και δηλώνει διατεθειμένη να συνδράμει στην πυρηνική αποτροπή.
Το Βερολίνο εντοπίζει την «ρίζα του κακού» στην απώλεια της «διατλαντικής εμπιστοσύνης». Με τις ΗΠΑ να λειτουργούν αποσταθεροποιητικά, ο Γερμανός Καγκελάριος τοποθετήθηκε και απέναντι στη «γαλλική ομπρέλα», τη δυνατότητα επέκτασης της πυρηνικής αποτροπής. Συνομιλίες για τη μεγέθυνση της πυρηνικής ικανότητας της Ευρώπης εξελίσσονται παρασκηνιακά.
Η στρατιωτική ολοκλήρωση της Ευρώπης προχωρά μέσα από την καθετοποίηση της παραγωγής αμυντικού εξοπλισμού, με την Κάγια Κάλλας να υποστηρίζει την κοινή ανάληψη χρέους για τις αμυντικές δαπάνες.
Ο Γερμανός Καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, έστειλε ισχυρά σήματα προς τις ΗΠΑ, τονίζοντας ότι η Δανία «μπορεί να βασιστεί στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη». Υπογράμμισε την ανάγκη για «χειροπιαστή» αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και πρότεινε «νέες στρατηγικές εταιρικές σχέσεις» με χώρες όπως ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Ινδία και η Τουρκία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αφήνει πίσω την πολιτική του κατευνασμού, με την επανεκλογή του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να έχει προκαλέσει «βραχυκύκλωμα» στο σύστημα διεθνούς αλληλεξάρτησης. Ο Γερμανός Καγκελάριος περιέγραψε τις «συνέπειες του αμερικανικού απομονωτισμού», σηματοδοτώντας την ωρίμανση της ΕΕ σε επίπεδο πολιτικής αυτονομίας.
Σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής, οι ΗΠΑ στέλνουν σαφή μηνύματα, τονίζοντας ότι «ο παλιός κόσμος έχει παρέλθει». Η πολυμελής αντιπροσωπεία των Δημοκρατικών του Κογκρέσου, με προσωπικότητες όπως ο Γκάβιν Νιούσομ και η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, επιδιώκει να αποκαταστήσει την ευρωατλαντική σχέση.
Η πρώην Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, υπογράμμισε ότι «η Ευρώπη δεν πρέπει να ανησυχεί για την τύχη του ΝΑΤΟ».
