Οι ηγέτες της ΕΕ στη Φλαμανδία για τη στρατηγική ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αγοράς
Συζητήσεις στο Κάστρο Άλντεν Μπίζεν για την αντιμετώπιση της εξάρτησης από τρίτες χώρες και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Στο ιστορικό Κάστρο Άλντεν Μπίζεν της Φλαμανδίας, στο Βέλγιο, οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μαζί με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, πραγματοποιούν μια άτυπη Σύνοδο Κορυφής. Στο επίκεντρο της συνάντησης βρίσκεται η ανάγκη ενίσχυσης της ενιαίας αγοράς και της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, ενώ παράλληλα επιδιώκεται η μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από τρίτες χώρες.
Τις συζητήσεις πλαισιώνουν οι Ιταλοί Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα, οι οποίοι κλήθηκαν να παρουσιάσουν τις προτάσεις τους για την ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το βασικό αντικείμενο της συνάντησης είναι η αναγνώριση της αδυναμίας της ΕΕ να ανταποκριθεί στις τρέχουσες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές προκλήσεις, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για νέες στρατηγικές.
Παρουσιάζονται τρεις βασικές προσεγγίσεις: η γαλλική, που ζητεί απλούστερους κανόνες, “ευρωπαϊκή προτίμηση” σε κρίσιμες βιομηχανίες, ευρωομόλογα για την άμυνα, την τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και ένα ισχυρότερο ευρώ. Η δεύτερη, προερχόμενη από τον νέο γερμανοϊταλικό άξονα, εστιάζει σε μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την ώθηση της βιομηχανίας χωρίς προστατευτισμό, απορρίπτοντας τα ευρωομόλογα και ένα ισχυρότερο ευρώ που θα επηρέαζε τις γερμανικές εξαγωγές. Τρίτη, η προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που τονίζει τον κατακερματισμό της κοινής αγοράς και προκρίνει την οικονομική, πολιτική και αμυντική συνεργασία μέσω “συνασπισμών των προθύμων”.
Ο Μάριο Ντράγκι, από την πλευρά του, προτείνει την ομοσπονδιοποίηση της ΕΕ, επισημαίνοντας ότι χωρίς βαθύτερη ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, η Ευρώπη δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει την καινοτομία, τη βιομηχανία και την άμυνά της.
Η συνάντηση, αν και δεν αναμένεται να αποδώσει άμεσα αποτελέσματα, είναι κρίσιμη, καθώς οι ηγέτες θα εξουσιοδοτήσουν την Κομισιόν να προτείνει νέες λύσεις στο επίσημο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου. Η συζήτηση αυτή θυμίζει την Ατζέντα της Λισαβόνας πριν από 20 χρόνια, όπου η πολιτική ολοκλήρωση ήταν επιθυμητή, ενώ σήμερα είναι απαραίτητη, αλλά δυστυχώς φαντάζει αδύνατη.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Εμανουέλ Μακρόν, προερχόμενος από μια δύσκολη πολιτική συγκυρία στη Γαλλία και αντιμετωπίζοντας τη συμμαχία του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι (το “Merzoni”), ζήτησε μια Ευρώπη με αυξημένες δημόσιες επενδύσεις, μειωμένη εξάρτηση από εμπορικούς εταίρους, διαφοροποιημένες εφοδιαστικές αλυσίδες, ισχυρότερη στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας και λιγότερη γραφειοκρατία.
Ωστόσο, Βερολίνο και Ρώμη θεωρούν ότι η Ευρώπη χάνει τον αγώνα της οικονομικής ανάπτυξης, με την οικονομία της να αναπτύσσεται πιο αργά από εκείνες των ΗΠΑ και της Κίνας, απειλώντας το βιοτικό επίπεδο και την ανεξαρτησία της ΕΕ. Υποστηρίζουν ότι η ΕΕ σαμποτάρει τον εαυτό της μέσω των δικών της κανόνων.
Ο κατακερματισμός της Ενιαίας Αγοράς, που αριθμεί 450 εκατομμύρια καταναλωτές, αποτελεί ένα σοβαρό εμπόδιο. Παρά το γεγονός ότι η Ενιαία Αγορά αντιπροσωπεύει το 18% του παγκόσμιου ΑΕΠ, τα εμπόδια καθιστούν την αγορά ενιαία μόνο κατ’ όνομα, με τον κατακερματισμό της να ισοδυναμεί με δασμούς 44% στα αγαθά και 110% στις υπηρεσίες.
Επαγγελματίες όπως μηχανικοί, αρχιτέκτονες και δικηγόροι αντιμετωπίζουν χρονοβόρες διαδικασίες για την αναγνώριση των προσόντων τους, ενώ στο λιανικό εμπόριο υπάρχουν 6.000 διαφορετικοί εθνικοί κανόνες. Ο κατασκευαστικός τομέας, παρά το 11% του ΑΕΠ που αντιστοιχεί, βλέπει μόλις το 5% των δημόσιων συμβάσεων να ανατίθεται σε ξένες εταιρείες.
Σύμφωνα με την έκθεση Ντράγκι, η εμβάθυνση της ολοκλήρωσης στις υπηρεσίες, την ενέργεια, τις κεφαλαιαγορές και την ψηφιακή τεχνολογία θα μπορούσε να ενισχύσει το ΑΕΠ των κρατών-μελών κατά 3% έως 9% ετησίως.
Ένα ακόμα κρίσιμο ζήτημα είναι η πιθανή αναθεώρηση των κανόνων ανταγωνισμού, καθώς ο έλεγχος του εσωτερικού μεριδίου αγοράς δυσχεραίνει τη δημιουργία “ευρωπαϊκών γιγάντων” ικανών να ανταγωνιστούν παγκόσμιους παίκτες.
