Νέος νόμος για τη νόμιμη μετανάστευση: Τι αφορά πραγματικά τους Δήμους;
Ενώ ο νέος νόμος 5275/2026 εισάγει σημαντικές αλλαγές στη νόμιμη μετανάστευση και την ενιαία άδεια διαμονής, η σχέση του με την Τοπική Αυτοδιοίκηση παραμένει περιορισμένη, εστιάζοντας κυρίως στην κοινωνική ένταξη.
Η Βουλή ενέκρινε πρόσφατα το νόμο 5275/2026, ο οποίος ενσωματώνει την οδηγία (ΕΕ) 2024/1233 και θεσπίζει ένα νέο πλαίσιο για τη νόμιμη μετανάστευση, την ενιαία άδεια διαμονής και εργασίας, καθώς και τα δικαιώματα εργαζομένων από τρίτες χώρες. Παράλληλα, επέρχονται τροποποιήσεις σε διατάξεις του Κώδικα Μετανάστευσης και άλλων νόμων.
Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης, έγιναν πολλές αναφορές στον τρόπο που ο νέος νόμος επηρεάζει τους Δήμους, με αναφορές σε δομές φιλοξενίας, παραχώρηση δημοτικών εγκαταστάσεων και μεταφορά αρμοδιοτήτων. Ωστόσο, η ουσιαστική σύνδεση του νόμου με την Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι περιορισμένη, εστιάζοντας πρωτίστως στον τομέα της κοινωνικής ένταξης.
Ο νόμος 5275/2026 δεν περιλαμβάνει διατάξεις για τη λειτουργία δημοτικών δομών φιλοξενίας, οι οποίες συχνά δημιουργούνται άτυπα σε περιόδους κρίσης, επιβαρύνοντας τους δήμους με λειτουργικό, γραφειοκρατικό και οικονομικό κόστος. Επίσης, δεν προβλέπεται η κινητοποίηση και στελέχωση των κοινωνικών δομών των δήμων. Η φιλοξενία και υποδοχή πολιτών τρίτων χωρών παραμένει αρμοδιότητα του κράτους και του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, χωρίς να αναφέρεται ρητά η παραχώρηση, διάθεση ή αυτόματη χρήση δημοτικών κτιρίων, χώρων ή υποδομών, παρόλο που αυτό συμβαίνει στην πράξη.
Η μοναδική ουσιαστική σύνδεση του νόμου με την Τοπική Αυτοδιοίκηση αφορά την κοινωνική ένταξη. Συγκεκριμένα, μέσω του άρθρου 42, που τροποποιεί το άρθρο 175 του Κώδικα Μετανάστευσης, ενισχύεται το πλαίσιο πολιτικών ένταξης, αναγνωρίζεται ο ρόλος των τοπικών φορέων και ενθαρρύνεται η συνεργασία με κοινωνικές δομές. Αυτό μεταφράζεται σε παροχή κοινωνικής υποστήριξης, συμβουλευτικών υπηρεσιών, διασύνδεση με την αγορά εργασίας και πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας.
Ο νόμος προβλέπει, επίσης, την αναμόρφωση του πλαισίου προγραμματικών συμβάσεων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Αυτό σημαίνει ότι το Υπουργείο μπορεί να συνάπτει συμβάσεις και με τους Δήμους, εφόσον εκείνοι επιλέξουν να συμμετάσχουν. Οι συμβάσεις αυτές μπορούν να αφορούν δράσεις ένταξης, κοινωνική υποστήριξη, καθώς και διοικητική ή τεχνική συνδρομή.
Το άρθρο 58 αφορά την αποζημίωση υπερωριακής εργασίας για προσωπικό ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού που απασχολείται σε υπηρεσίες σχετικές με αλλοδαπούς και τη μετανάστευση. Πρόκειται για μια μισθολογική και διοικητική ρύθμιση, χωρίς καμία αλλαγή στους ρόλους ή τις αρμοδιότητες των Δήμων.
Τέλος, το άρθρο 62 επιτρέπει στο Υπουργείο Εξωτερικών να συνάπτει συμβάσεις υποστήριξης για τη διαδικασία χορήγησης visa σε προξενικό/τοπικό επίπεδο. Η αναφορά στο «τοπικό επίπεδο» δεν αφορά άμεσα τους Δήμους, αλλά το γεωγραφικό επίπεδο λειτουργίας των προξενείων. Ωστόσο, στην πράξη, η διαχείριση αυτών των θεμάτων μπορεί να επηρεάζει τους δήμους, χωρίς όμως να επιλύονται τα πραγματικά προβλήματα που ανακύπτουν. Το άρθρο 64 προβλέπει τη δυνατότητα παροχής αντισταθμιστικών ωφελημάτων σε Περιφέρειες και σε Αναπτυξιακούς Οργανισμούς ΟΤΑ, αλλά οι Δήμοι δεν αναφέρονται ρητά, ούτε αποκτούν αυτόματο δικαίωμα αντιστάθμισης, ούτε καλύπτονται από τις νέες υποχρεώσεις που επιβαρύνονται.
Συνολικά, ο ρόλος των Δήμων στο πλαίσιο του νέου νόμου περιορίζεται, χωρίς να καλύπτεται επαρκώς η κοινωνική ένταξη, η υποστήριξη της καθημερινότητας και οι απαραίτητες συνεργασίες σε κατάσταση κρίσης. Ο νέος νόμος εστιάζει στην αγορά εργασίας ως προϋπόθεση για την εξασφάλιση άδειας παραμονής, ενώ περιλαμβάνει προβλέψεις όπως η υπερωριακή εργασία και τα καταστήματα πληροφόρησης για τους μετανάστες. Δυστυχώς, και αυτός ο νόμος δεν αντιμετωπίζει τις επιπλέον ανάγκες και τα έκτακτα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην πραγματικότητα οι δήμοι.
