Η έφεση του δολοφόνου της Κράιστσερτς: “Απάνθρωπες” οι συνθήκες κράτησης
Ο Μπρέντον Τάραντ αμφισβητεί την ενοχή του, επικαλούμενος τις συνθήκες κράτησής του και τη νομική του ικανότητα κατά την πρωτοβάθμια δίκη.
Ο Μπρέντον Τάραντ, ο λευκός Αυστραλός που διαπράττοντας το 2019 τη σφαγή 51 ανθρώπων σε δύο ισλαμικά τεμένη στην Κράιστσερτς της Νέας Ζηλανδίας, οπαδός της θεωρίας περί ανωτερότητας της λευκής φυλής, εμφανίστηκε σήμερα ενώπιον εφετείου. Η δίκη αφορά προσφυγή του εναντίον της ποινής ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης, που του έχει επιβληθεί.
Ο 35χρονος Τάραντ είχε καταδικαστεί τον Αύγουστο του 2020 στην πιο βαριά ποινή που έχει επιβληθεί ποτέ στη Νέα Ζηλανδία, μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής το 1989, αφού ομολόγησε την ενοχή του. Φυλακίστηκε σε ειδική μονάδα της φυλακής του Ώκλαντ, για κρατούμενους που θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνοι, με ελάχιστες επαφές με τον έξω κόσμο ή άλλους κρατούμενους.
Στο εφετείο της Ουέλιγκτον, ο δολοφόνος υποστήριξε ότι οι «απάνθρωπες» συνθήκες κράτησής του κατά την πρωτοβάθμια δίκη τον εμπόδισαν να λάβει μια λογική απόφαση όσον αφορά την δήλωση ενοχής ή αθωότητάς του. «Δεν είχα τη διαύγεια πνεύματος και την ψυχική υγεία που απαιτούνταν για να πάρω τεκμηριωμένες αποφάσεις εκείνη τη στιγμή», ανέφερε, σύμφωνα με τη New Zealand Herald.
Πρόσθεσε μάλιστα ότι ήταν τόσο ταραγμένος που είχε σκεφτεί να εμπλέξει τον τότε αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ, στο έγκλημά του. «Θα μπορούσα να πω ότι υπήρχε δεύτερος οπλοφόρος σε οροφή, θα μπορούσα να πω ότι ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ», δήλωσε στο δικαστήριο, σύμφωνα με το RNZ. Το εφετείο αναμένεται να αποφασίσει αρχικά αν το αίτημά του είναι παραδεκτό.
Την 15η Μαρτίου 2019, ο Μπρέντον Τάραντ είχε εξαπολύσει επίθεση με πολλαπλά όπλα, συμπεριλαμβανομένων αυτομάτων τουφεκιών, κατά τη διάρκεια της προσευχής της Παρασκευής, σε δύο τζαμιά της Κράιστσερτς. Το μακελειό, το οποίο μεταδόθηκε ζωντανά μέσω διαδικτύου για 17 λεπτά, είχε προηγηθεί της δημοσιοποίησης ενός ρατσιστικού μανιφέστου.
Οι ακροαματικές διαδικασίες στο εφετείο της Ουέλιγκτον διεξάγονται με την παρουσία μέσων ενημέρωσης, αλλά χωρίς κοινό στην αίθουσα. Οι συγγενείς των θυμάτων έχουν ενημερωθεί να παρακολουθούν τη δίκη απομακρυσμένα, μέσω βίντεο, με χρονική καθυστέρηση περίπου μίας ώρας, από την Κράιστσερτς.
Η Άγια αλ Ομάρι, της οποίας ο αδελφός Χουσέιν δολοφονήθηκε στο τέμενος Λίνγουντ, εξέφρασε στην εφημερίδα The Press της Κράιστσερτς την απογοήτευσή της, δηλώνοντας ότι πίστευε πως «όλα είχαν τελειώσει» με την καταδίκη του Τάραντ το 2020. «Δεν ήξερα ότι μπορείς να το κάνεις αυτό έξι χρόνια αργότερα. Δεν ήμουν έτοιμη», ανέφερε, αναφερόμενη στην έφεση.
