Κινεζική «διπλωματία των πόλεων»: Πώς οι ελληνικοί Δήμοι ανοίγουν πόρτες για συνεργασίες
Αυξανόμενη κινητικότητα Κινέζων αντιπροσώπων σε όλη την Ελλάδα, από λιμάνια έως ιστορικές πόλεις, αναζητώντας επενδύσεις και ανταλλαγές.
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει γίνει πόλος έλξης για Κινέζους αντιπροσώπους, οι οποίοι πραγματοποιούν πολυάριθμες επισκέψεις σε Δήμους της χώρας, στο πλαίσιο της λεγόμενης «διπλωματίας των πόλεων». Αυτή η τάση, που εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική εξωστρέφειας της Κίνας, προσφέρει στους ελληνικούς Δήμους πολύτιμες ευκαιρίες για νέες συνεργασίες, προσέλκυση επενδύσεων και ανταλλαγές τεχνογνωσίας σε τοπικό επίπεδο.
Η Κίνα βλέπει την Ελλάδα ως την ιδανική πύλη εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά, αναγνωρίζοντας παράλληλα την απαράμιλλη πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά της χώρας. Η δέσμευση της Κίνας στην Ελλάδα αποδείχθηκε περίτρανα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όταν αποτέλεσε τη μοναδική χώρα που συνέχισε να επενδύει, ενώ άλλες επέλεγαν την αποχή. Από την άλλη πλευρά, η κινεζική τεχνογνωσία, τα προϊόντα και η αγορά της αποτελούν σημαντική ευκαιρία για τις τοπικές οικονομίες των ελληνικών Δήμων.
Ωστόσο, παρατηρείται έλλειψη τεχνικής υποστήριξης από την κεντρική διοίκηση, αναγκάζοντας κάθε Δήμο να λειτουργεί αυτόνομα. Οι κινεζικές αποστολές, συχνά στελεχωμένες με αιρετούς, στελέχη τοπικής αυτοδιοίκησης, ακαδημαϊκούς και επιχειρηματίες, εστιάζουν σε συζητήσεις για αδελφοποιήσεις πόλεων (sister cities), τουρισμό, πολιτισμό, εκπαίδευση, νέες τεχνολογίες, πράσινη ανάπτυξη, διαχείριση απορριμμάτων, βιώσιμη αστική κινητικότητα και ενίσχυση των τοπικών οικονομιών μέσω επιχειρηματικών ανταλλαγών.
Για τους ελληνικούς Δήμους, αυτές οι επαφές προσφέρουν διεθνή προβολή, ένταξη σε παγκόσμια δίκτυα πόλεων, άντληση καλών πρακτικών από μητροπόλεις όπως η Σαγκάη, ειδικά σε θέματα ψηφιακών υπηρεσιών και «έξυπνων πόλεων», καθώς και διερεύνηση επενδυτικού ενδιαφέροντος. Η Ελλάδα, ως γέφυρα Ευρώπης-Ασίας, ενισχύει τη σημασία αυτών των τοπικών επαφών.
Παρά τις ευκαιρίες, υπάρχουν και προβληματισμοί. Θέματα θεσμικού πλαισίου, διαφάνειας, ουσιαστικού περιεχομένου των συνεργασιών και εναρμόνισης με ευρωπαϊκές πολιτικές αναδεικνύονται ως κρίσιμα. Η «διπλωματία των πόλεων» αναδεικνύει τον αυξανόμενο ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως ενεργού δρώντος στις διεθνείς σχέσεις, οικοδομώντας συνεργασίες «από τα κάτω προς τα πάνω». Το στοίχημα για την ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι η μετατροπή αυτών των επαφών σε συγκεκριμένες, μετρήσιμες και βιώσιμες συνεργασίες.
Παραδείγματα όπως ο Πειραιάς, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Ρόδος, τα Χανιά, το Ηράκλειο, η Καλαμάτα, η Κέρκυρα, το Ναύπλιο, ο Μαραθώνας, η Ελευσίνα, το Λαύριο, η Γλυφάδα, το Μαρούσι, τα Σπάτα-Αρτέμιδα, καθώς και οι Δήμοι Χαλανδρίου και Παλαιού Φαλήρου, καταδεικνύουν την ευρεία γεωγραφική διασπορά των κινεζικών επισκέψεων. Αυτές οι επαφές αξιοποιούν λιμάνια, τουριστικούς πόλους, πολιτιστικά σύμβολα και υποδομές, επιβεβαιώνοντας την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως παράγοντα διεθνών σχέσεων, συχνά χωρίς επαρκή εθνικό συντονισμό. Η γεωγραφική αυτή διασπορά, από μεγάλα αστικά κέντρα έως τουριστικούς και ιστορικούς Δήμους, υπογραμμίζει την αξιοποίηση της τοπικής αυτοδιοίκησης ως εργαλείο ήπιας διπλωματίας σε πολλαπλά επίπεδα.
Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι επισκέψεις ολοκληρώνονται με μνημόνια συνεργασίας (MoU) ή αδελφοποιήσεις πόλεων, σηματοδοτώντας μια συστηματική επένδυση της Κίνας στη «διπλωματία των πόλεων» και καθιστώντας τους ελληνικούς Δήμους σημεία εισόδου διεθνών συνεργασιών. Η ουσιαστική αξία, ωστόσο, θα φανεί από τη μετατροπή αυτών των επαφών σε συγκεκριμένα έργα, ανταλλαγές και μετρήσιμα οφέλη.
