Λήξη της Συνθήκης New START: Πλανήτης σε αβεβαιότητα για τα πυρηνικά οπλοστάσια
Η λήξη της μοναδικής συμφωνίας ελέγχου πυρηνικών όπλων ΗΠΑ-Ρωσίας ανοίγει τον δρόμο για νέα κούρσα εξοπλισμών, ενώ οι δύο χώρες βρίσκονται κοντά σε άτυπη συμφωνία.
Ο πλανήτης εισήλθε σε μια άγνωστη και δυνητικά επικίνδυνη φάση, καθώς για πρώτη φορά μετά από πάνω από μισό αιώνα, δεν υπάρχουν πλέον νομικά δεσμευτικοί περιορισμοί στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων. Η συνθήκη New START, το τελευταίο θεμέλιο του πλαισίου ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας, έληξε επίσημα στις 5 Φεβρουαρίου και δεν είναι δυνατή η τεχνική παράτασή της.
Οι ΗΠΑ και η Ρωσία, οι οποίες αθροιστικά κατέχουν περίπου το 85% των πυρηνικών κεφαλών παγκοσμίως, βρίσκονται πλέον σε μια περίοδο αβεβαιότητας, η οποία αναζωπυρώνει τον φόβο μιας νέας κούρσας εξοπλισμών. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, επισήμανε τον κίνδυνο, προειδοποιώντας για τις συνέπειες της απουσίας δεσμευτικών κανόνων στον πυρηνικό τομέα.
Παρά την αβεβαιότητα, Ουάσινγκτον και Μόσχα βρίσκονται κοντά σε μια άτυπη συμφωνία, ώστε να συνεχίσουν να τηρούν τα όρια που προέβλεπε η New START για τουλάχιστον έξι μήνες μετά τη λήξη της. Πρόκειται για μια πολιτική, μη δεσμευτική συνεννόηση, μια «χειραψία» χωρίς νομικές εγγυήσεις, με στόχο να κερδηθεί χρόνος για τη διαπραγμάτευση μιας νέας συνθήκης. Ωστόσο, το σχέδιο δεν έχει λάβει ακόμη την τελική έγκριση των προέδρων Ντόναλντ Τραμπ και Βλαντίμιρ Πούτιν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ανατροπών.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, μέσω ανάρτησής του, ξεκαθάρισε ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να επιδιώξει μια «βελτιωμένη και εκσυγχρονισμένη» συμφωνία με μεγαλύτερο βάθος χρόνου, αντί για απλή παράταση της New START, την οποία χαρακτήρισε «σοβαρά παραβιασμένη». Ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι η υπάρχουσα συνθήκη δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες στρατηγικές προκλήσεις, κυρίως επειδή δεν περιλαμβάνει την Κίνα, της οποίας το πυρηνικό οπλοστάσιο, αν και μικρότερο, αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς.
Οι πιο πρόσφατες επαφές πραγματοποιήθηκαν στο Άμπου Ντάμπι, στο περιθώριο συνομιλιών για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ειδικοί απεσταλμένοι του Τραμπ συζήτησαν με Ρώσους αξιωματούχους, χωρίς την άμεση συμμετοχή ειδικών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στον έλεγχο εξοπλισμών. Αμερικανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε τη συμφωνία των δύο πλευρών να «ενεργήσουν με καλή πίστη» και να ξεκινήσουν διάλογο για πιθανή επικαιροποίηση της συνθήκης. Παράλληλα, η Μόσχα έχει επανειλημμένα υπαινιχθεί, στο πλαίσιο του ουκρανικού πολέμου, την απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων.
Σε μια παράλληλη κίνηση, η διοίκηση μάχης United States European Command (Eucom), με έδρα τη Στουτγάρδη, ανακοίνωσε την επανέναρξη του στρατιωτικού διαλόγου μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας, ο οποίος είχε διακοπεί το 2021, πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Eucom τόνισε τη σημασία της διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων για τη διεθνή σταθερότητα, καθώς ενισχύει τη διαφάνεια, μειώνει τον κίνδυνο ατυχημάτων και συμβάλλει στην αποκλιμάκωση σε ένα περιβάλλον αυξημένων εντάσεων. Η απόφαση αυτή συνδέεται και με τα «παραγωγικά και εποικοδομητικά βήματα» που καταγράφηκαν στις ειρηνευτικές συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι.
Το Κρεμλίνο, εν τω μεταξύ, εξέφρασε τη λύπη του για τη λήξη της συνθήκης, κατηγορώντας την Ουάσινγκτον ότι αγνόησε σκόπιμα τις προτάσεις της Μόσχας. Ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, προειδοποίησε εκ νέου με έντονο τρόπο, ενώ οι ρωσικές Αρχές επιμένουν ότι παραμένουν ανοιχτές στον διάλογο, εφόσον οι ΗΠΑ ανταποκριθούν «με εποικοδομητικό τρόπο».
