Δικαστική απόφαση στις ΗΠΑ: Απαγόρευση ελέγχου συσκευών δημοσιογράφου της Washington Post
Ομοσπονδιακός δικαστής παγώνει την πρόσβαση της κυβέρνησης Τραμπ σε ηλεκτρονικές συσκευές που κατασχέθηκαν, εντείνοντας τις ανησυχίες για την ελευθερία του Τύπου.
Ομοσπονδιακός δικαστής στις Ηνωμένες Πολιτείες έθεσε φρένο στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, απαγορεύοντας τον έλεγχο ηλεκτρονικών συσκευών που κατασχέθηκαν από δημοσιογράφο της Washington Post. Η απόφαση αυτή πυροδότησε έντονες αντιδράσεις σχετικά με τα όρια των ερευνών εναντίον δημοσιογράφων και την προστασία των πηγών τους.
Ο δικαστής Γουίλιαμ Πόρτερ, στην αιτιολογική του έκθεση, έκανε σαφές ότι οι αρχές μπορούν να κρατήσουν τις συσκευές, αλλά «δεν πρέπει να τις εξετάσουν» προτού το δικαστήριο δώσει ρητή έγκριση. Η δικαστική εντολή εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας συνεχιζόμενης νομικής διαμάχης για τη νομιμότητα και την αναγκαιότητα της εφόδου.
Η ρεπόρτερ Χάνα Νέιτανσον βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αιφνιδιαστική έφοδο στο σπίτι της, σε προάστιο της Ουάσιγκτον, στο πλαίσιο έρευνας για τη διαρροή ευαίσθητων πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Η Washington Post χαρακτήρισε την ενέργεια εξαιρετικά σπάνια και ιδιαίτερα επιθετική, όταν στρέφεται άμεσα κατά δημοσιογράφου. Κατά τη διάρκεια της εφόδου, κατασχέθηκαν το κινητό της τηλέφωνο, δύο φορητοί υπολογιστές και ένα ρολόι Garmin.
Η Washington Post ζήτησε την άμεση επιστροφή όλων των συσκευών και την πλήρη απαγόρευση της χρήσης τους από τις αρχές, προειδοποιώντας ότι κάθε άλλη απόφαση θα ενθάρρυνε μελλοντικές εφόδους κατά συντακτών, καθιστώντας τη «λογοκρισία μέσω ενταλμάτων έρευνας» τη νέα κανονικότητα, με δυσοίωνες συνέπειες για την ελευθερία του Τύπου.
Η δημοσιογράφος κάλυπτε πρόσφατα εκτενώς θέματα που αφορούν ομοσπονδιακούς δημόσιους λειτουργούς, πολλοί εκ των οποίων αντιμετώπισαν αναταραχές κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ. Οι πράκτορες που πραγματοποίησαν την έφοδο φέρονται να της επισήμαναν ότι δεν αποτελεί τον κύριο στόχο της έρευνας. Σύμφωνα με την εφημερίδα, στο επίκεντρο των αρχών βρίσκεται ο Αουρέλιο Πέρες-Λουγκόνες, διαχειριστής συστημάτων πληροφορικής σε εταιρεία του Μέριλαντ, υπεργολάβου του αμερικανικού Δημοσίου, ο οποίος κατηγορείται για συμβούλευση, εκτύπωση ή διατήρηση ψηφιακών αντιγράφων απόρρητων εγγράφων χωρίς την απαραίτητη άδεια.
Η υπόθεση επανέφερε δυναμικά τη συζήτηση για τα όρια των ερευνών σε υποθέσεις διαρροών και τη σύγκρουση ανάμεσα στην εθνική ασφάλεια και την προστασία της δημοσιογραφικής εργασίας. Η προσωρινή απαγόρευση ελέγχου των συσκευών θεωρείται κρίσιμη δικαστική παρέμβαση, μέχρι να κριθεί αν οι ενέργειες των αρχών συνάδουν με τις συνταγματικές εγγυήσεις για την ελευθερία του Τύπου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
