Ανώτατο Δικαστήριο ΗΠΑ: Επιφυλακτικότητα στην υπόθεση απόλυσης διοικητή της Fed
Νομική μάχη για την ανεξαρτησία της ομοσπονδιακής τράπεζας, με τον Ντόναλντ Τραμπ στο επίκεντρο.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, με πλειοψηφία συντηρητικών δικαστών, εξέφρασε σήμερα επιφυλακτικότητα σχετικά με την απόλυση μιας εκ των διοικητών της ομοσπονδιακής τράπεζας (Fed), την οποία ζητά ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Η υπόθεση αυτή θεωρείται κομβικής σημασίας για την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας του θεσμού.
Τον περασμένο Αύγουστο, ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος είχε ανακοινώσει την απόλυση της Λάιζα Κουκ, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Fed. Η Κουκ, ωστόσο, προσέφυγε στη δικαιοσύνη, εξασφαλίζοντας την παραμονή της στη θέση της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναμένεται να δημοσιοποιηθεί έως τα τέλη Ιουνίου.
Η ένταση μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και της Fed κλιμακώθηκε μετά την αποκάλυψη ότι ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, ερευνάται από το υπουργείο Δικαιοσύνης. Η έρευνα αφορά την κατάθεση του Πάουελ στο Κογκρέσο σχετικά με το κόστος ανακαίνισης της έδρας της Fed. Ο Πάουελ, του οποίου η θητεία λήγει τον Μάιο, έχει καταγγείλει «άνευ προηγουμένου» επιθέσεις και πιέσεις από την κυβέρνηση με στόχο τη μείωση των επιτοκίων.
Ο Πάουελ, όπως και η Λάιζα Κουκ, παραστάθηκαν αυτοπροσώπως στη συνεδρίαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κίνηση που ερμηνεύτηκε ως στήριξη προς τη συνάδελφό του.
Για την απόλυση της Κουκ, ο Τραμπ επικαλέστηκε ως «βάσιμη αιτία» τις κατηγορίες περί απάτης που αφορούν στεγαστικό δάνειο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου για την απομάκρυνση διοικητή της Fed. Η Κουκ, η οποία είναι η πρώτη μαύρη διοικήτρια που διορίστηκε από τον Τζο Μπάιντεν, αρνείται τις κατηγορίες. Η θητεία της κανονικά θα έληγε τον Ιανουάριο του 2038.
Ο νομικός σύμβουλος της κυβέρνησης, Τζον Σάουερ, τόνισε κατά την έναρξη της συνεδρίασης ότι «τα επιτόκια των Αμερικανών δεν θα έπρεπε να ορίζονται από κάποιαν που, στην καλύτερη περίπτωση, επέδειξε βαριά αμέλεια λαμβάνοντας πιο ευνοϊκά επιτόκια για την ίδια».
Οι εννέα δικαστές, έξι συντηρητικοί και τρεις προοδευτικοί, έδειξαν επιφυλακτικοί τόσο ως προς την προσφυγή της κυβέρνησης στο Ανώτατο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, όσο και ως προς την πιθανή υπονόμευση της ανεξαρτησίας της Fed.
Ο συντηρητικός δικαστής Σάμιουελ Αλίτο διερωτήθηκε αν υπάρχει «έστω και ο παραμικρός λόγος ώστε όλος ο κόσμος, η εκτελεστική εξουσία, το πρωτοδικείο και το εφετείο, να χειριστούν αυτήν την υπόθεση με τόσο ταχείες διαδικασίες;».
Οι δικαστές εξέφρασαν ανησυχία και για τις συνέπειες μιας θετικής απόφασης για την κυβέρνηση Τραμπ. Ο Μπρετ Κάβανο, άλλος συντηρητικός δικαστής, προειδοποίησε ότι η αποδοχή της θέσης του προέδρου, η οποία αμφισβητεί το δικαίωμα της δικαιοσύνης να ελέγχει τη νομιμότητα μιας απόλυσης, «θα αποδυνάμωνε, αν όχι θα κατέστρεφε, την ανεξαρτησία της ομοσπονδιακής τράπεζας». Υπογράμμισε επίσης ότι μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να επιτρέψει σε έναν μελλοντικό πρόεδρο, από το Δημοκρατικό κόμμα, να απολύσει επικαλούμενος «βάσιμες αιτίες» όλους τους αξιωματούχους που διόρισε ο Τραμπ.
Ο δικηγόρος της Κουκ, Πολ Κλέμεντ, επέμεινε στον «μοναδικό» χαρακτήρα της ομοσπονδιακής τράπεζας, τονίζοντας ότι «η εμπιστοσύνη που έχει ο πρόεδρος σε κάθε διοικητή δεν είναι τόσο σημαντική όσο η εμπιστοσύνη που πρέπει να έχουν οι αγορές και οι πολίτες στην ανεξαρτησία της Fed απέναντι στον πρόεδρο και το Κογκρέσο».
