Η απόφαση του Τραμπ να μην επιτεθεί στο Ιράν: Το παρασκήνιο, οι πιέσεις και οι διαβουλεύσεις
Τι οδήγησε τον Αμερικανό πρόεδρο στην αναδίπλωση, σύμφωνα με την Washington Post, και ποιες οι αντιδράσεις συμμάχων και αντιπάλων.
Η αμερικανική εφημερίδα Washington Post αποκαλύπτει το παρασκήνιο, τα μηνύματα και τις διαβουλεύσεις που οδήγησαν τον Ντόναλντ Τραμπ στην απόφαση να μην προχωρήσει σε αεροπορικές επιδρομές κατά του Ιράν την περασμένη Τετάρτη. Η εξέλιξη αυτή ήρθε μετά από μια περίοδο αυξημένης έντασης, όπου πολλοί πίστευαν ότι η στρατιωτική αντίδραση των ΗΠΑ ήταν αναπόφευκτη, ιδίως μετά την πρόσφατη επιδρομή της Delta Force στη Βενεζουέλα.
Την κρίσιμη ημέρα, το Πεντάγωνο είχε ανακοινώσει την είσοδο του αντιτορπιλικού USS Roosevelt στον Περσικό Κόλπο, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ είχαν ενημερωθεί για πιθανή επίθεση, ενώ το προσωπικό της αμερικανικής αεροπορικής βάσης al Udeid στο Κατάρ είχε λάβει οδηγίες εκκένωσης. Ο ίδιος ο Τραμπ είχε υπόσχεται στους Ιρανούς διαδηλωτές ότι «η βοήθεια έρχεται».
Το σημείο καμπής στην απόφαση αυτή ήρθε όταν ο Στιβ Γούιτκοφ ενημέρωσε τον πρόεδρο ότι η ιρανική κυβέρνηση είχε ακυρώσει τις προγραμματισμένες εκτελέσεις 800 ατόμων, πληροφορία που επιβεβαίωσαν αργότερα οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η αλλαγή στάσης του Τραμπ αντανακλούσε έντονες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις. Οι αξιωματούχοι του Πενταγώνου εξέφραζαν ανησυχίες για την πιθανότητα αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής και την αδυναμία αντιμετώπισης μιας μεγάλης ιρανικής αντεπίθεσης. Παρόμοιες ανησυχίες εξέφρασε και το Ισραήλ, ενώ σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Αίγυπτος, ζήτησαν αυτοσυγκράτηση και διπλωματία, φοβούμενοι κυρίως την αστάθεια στην περιοχή.
Η Washington Post τονίζει ότι ο Τραμπ πιθανώς συνειδητοποίησε ότι οι επιθέσεις κατά του Ιράν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαοτικές συνέπειες, οικονομικές αναταραχές, ευρύτερο πόλεμο, αλλά και να θέσουν σε κίνδυνο τους 30.000 Αμερικανούς στρατιώτες στη Μέση Ανατολή, σε αντίθεση με προηγούμενες «εφάπαξ» επιχειρήσεις. «Θέλει [επιχειρήσεις όπως] στη Βενεζουέλα. Αυτό θα ήταν πιο χαοτικό», δήλωσε ένας πρώην αξιωματούχος των ΗΠΑ.
Παρά την αναστολή της επίθεσης, ο Τραμπ και οι σύμβουλοί του διατηρούν τις επιλογές τους ανοιχτές, ενώ το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln κατευθύνεται στη Μέση Ανατολή.
Διαφορετικές απόψεις επικράτησαν στο επιτελείο του Τραμπ. Ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υποστήριξε τις επιθέσεις, επικαλούμενος το όριο που είχε θέσει ο Τραμπ. Αντιθέτως, ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, παρουσίασε βίντεο που έδειχναν τη βία του ιρανικού καθεστώτος κατά διαδηλωτών. Σύμβουλοι όπως ο Στιβ Γουίτκοφ και η Σούζι Γουάιλς πρότειναν προσεκτικές κινήσεις, ενώ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ υποστήριξε ότι οι οικονομικές κυρώσεις έπρεπε να αφεθούν να αποδώσουν. Τελικά, ο Τραμπ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα οφέλη των επιθέσεων υπερτερούσαν των συνεπειών, κρίνοντας την κατάσταση με όρους «ανάλυσης κόστους-οφέλους».
Το μήνυμα του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, προς τον Γουίτκοφ, μετά την αντίληψη της Τεχεράνης για την επικείμενη επίθεση, καθώς και το τηλεφώνημα του πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας προς τον Τραμπ, συνέβαλαν στην αποκλιμάκωση. Άλλοι Άραβες σύμμαχοι, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Ομάν, επικοινώνησαν επίσης με τον Λευκό Οίκο, εκφράζοντας ανησυχίες για τις συνέπειες μιας στρατιωτικής δράσης στην ασφάλεια και την οικονομία της ευρύτερης περιοχής.
Ακόμη και το Ισραήλ, μέσω του πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ζήτησε από τον Τραμπ να μην επιτεθεί, επικαλούμενο την έλλειψη πλήρους ετοιμότητας για άμυνα. Η απουσία σημαντικών αμερικανικών στρατιωτικών πόρων, στους οποίους το Ισραήλ βασιζόταν, αποτέλεσε βασικό παράγοντα ευπάθειας.
Η διπλωματική πίεση, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα του Τραμπ για τα προβλέψιμα αποτελέσματα και τις συνέπειες των στρατιωτικών επιλογών, ενθάρρυνε την αναδίπλωση. Στο Πεντάγωνο, οι βοηθοί ενημερώθηκαν ότι μπορούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, αναμένοντας την επικείμενη απόφαση.
Ο κίνδυνος, ωστόσο, δεν έχει περάσει, καθώς ο πρόεδρος θα έχει την ευκαιρία να επανεξετάσει το ενδεχόμενο επιθέσεων τις επόμενες εβδομάδες, με την παρουσία αμερικανικών μέσων στην περιοχή. Η απειλή αναμένεται να παραμείνει υψηλή, με τη στρατιωτική διοίκηση να προγραμματίζει υψηλού επιπέδου υποστήριξη για τον επόμενο μήνα.
