Οι παράδοξες τιμές στο αλάτι αποχιονισμού: Από 46,7 έως 169 ευρώ ο τόνος
Ασύμμετρες προμήθειες και απευθείας αναθέσεις επιβαρύνουν τους δήμους, δημιουργώντας στρεβλώσεις στην αγορά.
Η αγορά αλατιού για την αποχιονισμό αναδεικνύεται σε πεδίο εκμετάλλευσης και παραβίασης των κανόνων υγιούς ανταγωνισμού, με τους δήμους να βρίσκονται στο επίκεντρο. Πρόκειται για μια υποχρεωτική προμήθεια στο πλαίσιο της Πολιτικής Προστασίας, που αφορά τόσο το χύμα αλάτι για τους δρόμους όσο και το συσκευασμένο που διατίθεται στους κατοίκους.
Οι διαφορές στις τιμές είναι εντυπωσιακές, με έναν δήμο να προμηθεύεται αλάτι χύμα στα 46,7 ευρώ ανά τόνο, ενώ ένας άλλος να φτάνει έως και τα 169 ευρώ ανά τόνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και ο ίδιος δήμος προβαίνει σε αγορές δύο δόσεων, με διαφορετικές τιμές.
Το φαινόμενο αυτό αποτελεί σαφή απόδειξη της ζημιάς που προκαλούν οι απευθείας αναθέσεις. Οι περισσότερες συμβάσεις των δήμων κινούνται στα όρια των 37.000 ευρώ, υπερβαίνοντας κατά πολύ τις μέσες τιμές των 70 ευρώ ανά τόνο για το ακατέργαστο χύμα αλάτι και των 110 ευρώ ανά τόνο για το συσκευασμένο (συνήθως σε σάκους των 30 κιλών). Αυτό οδηγεί σε αποκλίσεις που φτάνουν ακόμη και το 180%.
Μια από τις χαμηλότερες τιμές καταγράφεται στον Δήμο Δυτικής Λέσβου, με 46,7 ευρώ ανά τόνο για το χύμα αλάτι. Ένα άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η έλλειψη σαφών προδιαγραφών στις συμβάσεις. Για παράδειγμα, στη σύμβαση του Δήμου Φλώρινας, ενώ αναφέρονται προδιαγραφές για “εξαιρετικής ποιότητας χωρίς προσμίξεις ξένων σωμάτων”, οι χημικές και φυσικές ιδιότητες, όπως η υγρασία (έως 3%), η περιεκτικότητα σε NaCl (>95%) και η κοκκομετρία (1mm Η κατάσταση αυτή δημιουργεί στρέβλωση στην αγορά του αλατιού, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Διαπιστώνονται υπέρογκες δαπάνες, κατάτμηση των προμηθειών και έλλειψη ανταγωνιστικών όρων. Οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν διενεργούν ολοκληρωμένη έρευνα αγοράς, ακόμη και στην περίπτωση των απευθείας αναθέσεων, παραβλέποντας τις υποχρεώσεις που ορίζει ο νόμος.
Μέσω τέτοιων διαδικασιών, οι δήμοι πολλαπλασιάζουν τις δαπάνες τους, με το “καπέλο” να φτάνει ακόμη και τα 15.000 ευρώ. Το βασικό ερώτημα, βέβαια, παραμένει: κατά πόσο δικαιολογείται μια τέτοια δαπάνη ως απρόβλεπτη, όταν σχεδόν όλοι οι δήμοι υποβάλλουν πρωτογενή αιτήματα στο ΚΗΜΔΗΣ κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου;
