Ενημέρωση με ένα κλικ

Συμφωνία MERCOSUR-ΕΕ: Ευκαιρίες και προκλήσεις για την Ελλάδα

Ειδικοί αναλύουν πώς η εμπορική συμφωνία επηρεάζει την ελληνική αγροτική παραγωγή, την προστασία προϊόντων ΠΟΠ/ΠΓΕ και την ασφάλεια τροφίμων.

Η MERCOSUR, το βασικό εμπορικό μπλοκ της Νότιας Αμερικής, που περιλαμβάνει Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη, με πληθυσμό περίπου 270 εκατομμυρίων κατοίκων, αποτελεί μια τεράστια αγορά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Έπειτα από μακρές διαπραγματεύσεις, στις 9 Ιανουαρίου 2026, το Συμβούλιο της ΕΕ έδωσε το «πράσινο φως» για την υπογραφή της συνολικής συμφωνίας εταιρικής σχέσης και της ενδιάμεσης εμπορικής συμφωνίας με την MERCOSUR. Η τελική υπογραφή αναμένεται στις 17 Ιανουαρίου 2026 στην Παραγουάη, ενώ για την πλήρη έναρξη ισχύος της απαιτούνται περαιτέρω εγκρίσεις, ιδίως από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Για την Ελλάδα, η συμφωνία MERCOSUR δεν είναι μια αόριστη θεωρητική συζήτηση, αλλά θίγει άμεσα κρίσιμα ζητήματα όπως η αγροτική παραγωγή, οι εξαγωγές, η προστασία προϊόντων με γεωγραφικές ενδείξεις (ΠΟΠ/ΠΓΕ), η θέσπιση δικλίδων ασφαλείας υπέρ των παραγωγών, και η ασφάλεια των τροφίμων. Σε αυτούς τους τομείς, η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να διαδραματίσει έναν κρίσιμο ρόλο, λειτουργώντας ως αναπτυξιακός και συντονιστικός, αλλά κυρίως ως ελεγκτικός μηχανισμός.

Η συμφωνία προβλέπει την προστασία ευρωπαϊκών προϊόντων τροφίμων και ποτών από απομιμήσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται 21 ελληνικά προϊόντα. Ωστόσο, η λίστα αυτή είναι περιορισμένη σε σύγκριση με τον συνολικό αριθμό των 154 ελληνικών προϊόντων με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης. Παρότι η νομική θωράκιση μπορεί να περιορίσει τις απομιμήσεις και να βελτιώσει τη δυνατότητα τοποθέτησης προϊόντων σε υψηλότερες τιμές, η αποτελεσματικότητα θα εξαρτηθεί από την ικανότητα ελέγχων, η οποία στην Ελλάδα παραμένει αποδυναμωμένη.

Επιπλέον, η MERCOSUR προσφέρει τη δυνατότητα εξαγωγών σε μια αγορά 270 εκατομμυρίων καταναλωτών, κάτι που η ελληνική πλευρά χαιρέτισε, ελπίζοντας σε διασφάλιση των Ελλήνων αγροτών και νέες προοπτικές για τα προϊόντα. Ωστόσο, η απόφαση στο Συμβούλιο της ΕΕ υλοποιήθηκε με ειδική πλειοψηφία, καθώς αρκετές χώρες εξέφρασαν αντιρρήσεις.

Ένα βασικό σημείο του ευρωπαϊκού πλαισίου είναι η διμερής ρήτρα διασφάλισης, η οποία επιτρέπει την ενεργοποίηση μέτρων προστασίας εάν οι εισαγωγές από τη MERCOSUR προκαλέσουν σοβαρή ζημία στον αγροδιατροφικό τομέα της ΕΕ. Επίσης, προβλέπονται ποσοστώσεις για ευαίσθητα προϊόντα, ώστε η σταδιακή μείωση δασμών να μην προκαλέσει «σοκ» στην ευρωπαϊκή παραγωγή.

Το κρίσιμο μήνυμα της συμφωνίας είναι ότι τα προϊόντα MERCOSUR που εισάγονται στην ΕΕ πρέπει να συμμορφώνονται με τους αυστηρούς κανόνες της ΕΕ για την ασφάλεια τροφίμων και τα υγειονομικά/φυτοϋγειονομικά πρότυπα. Ωστόσο, υπάρχει ανησυχία για την πιθανή υποβάθμιση της ποιότητας και τη δημιουργία άνισων όρων ανταγωνισμού, καθώς οι χώρες της MERCOSUR ενδέχεται να μην υπόκεινται στους ίδιους αυστηρούς περιβαλλοντικούς, υγειονομικούς και εργασιακούς περιορισμούς κατά το στάδιο παραγωγής. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πίεση στις τιμές της ευρωπαϊκής αγοράς και σε έμμεση πίεση για χαλάρωση προτύπων.

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για την Ελλάδα, όπου η αγροτική οικονομία βασίζεται στην ποιότητα, την ταυτότητα και τη μικρή κλίμακα. Η υποβάθμιση της ποιότητας μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία των ΠΟΠ/ΠΓΕ, την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και τη μακροπρόθεσμη αξία του ελληνικού αγροδιατροφικού brand.

Επιπλέον, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της εντατικής γεωργίας και κτηνοτροφίας σε χώρες της MERCOSUR, που συνδέεται με αποψίλωση δασών και αυξημένες εκπομπές, έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους βιωσιμότητας της ΕΕ. Η είσοδος προϊόντων που παράγονται με χαμηλότερο περιβαλλοντικό κόστος στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ οι Ευρωπαίοι παραγωγοί επιβαρύνονται με κόστος για την πράσινη μετάβαση, ενισχύει το αίσθημα αδικίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να ενισχύσει τους ελέγχους, να αναδείξει την τοπική ποιότητα, να υποστηρίξει πιστοποιήσεις και ιχνηλασιμότητα, και να ενημερώσει τους καταναλωτές. Η συζήτηση για τη MERCOSUR αναδεικνύει το ερώτημα ποιο μοντέλο αγροτικής παραγωγής και διατροφής θέλει να υπερασπιστεί η Ευρώπη και η Ελλάδα.

Οι προκλήσεις για την ελληνική αγροτική οικονομία περιλαμβάνουν πιέσεις στις τιμές και τον ανταγωνισμό, ειδικά για προϊόντα μεγάλης κλίμακας. Ωστόσο, η συμφωνία προσφέρει και ευκαιρίες για εξαγωγές, νομική θωράκιση των ΠΟΠ/ΠΓΕ και είσοδο σε μια μεγάλη αγορά, όπου το ελληνικό «Mediterranean premium» αφήγημα μπορεί να αποδώσει.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, από «θεατής», καλείται να γίνει αναπτυξιακό εργαλείο, δημιουργώντας περιφερειακά brands, ενισχύοντας εξαγωγικές δομές, θωρακίζοντας τα ΠΟΠ/ΠΓΕ στην πράξη, παρακολουθώντας την αγορά και ενεργοποιώντας ρήτρες διασφάλισης, καθώς και αναπτύσσοντας τοπικά συστήματα ποιότητας και εμπιστοσύνης.

Η συμφωνία αφορά επίσης τις υπηρεσίες και τις μικρές επιχειρήσεις, τομέας στον οποίο η Ελλάδα έχει σημαντική παρουσία, αλλά συχνά δυσκολεύεται να επεκταθεί εκτός ΕΕ. Οι απειλές για την ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι ευρύτερες, αφορώντας την ανεργία, την ερήμωση της υπαίθρου και το brain drain, με την αναδιάρθρωση της αγροτικής οικονομίας να επιφέρει κοινωνικές επιπτώσεις.

Ως αντισταθμιστικό μέτρο, προτείνεται η έγκαιρη πρόσβαση των κρατών-μελών σε περίπου 45 δισ. ευρώ από κονδύλια της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (CAP) στο πλαίσιο του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028–2034, για τη στήριξη αγροτών και αγροτικών περιοχών. Η Ελληνική Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να επιδείξει αντανακλαστικά και προσαρμοστικότητα.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com