Οι δημόσιες προμήθειες ως μοχλός για βιώσιμη ανάπτυξη και ανθεκτικότητα
Νέο πλαίσιο δράσης αναδεικνύει τις βιώσιμες προμήθειες ως στρατηγικό εργαλείο για οικονομικό μετασχηματισμό και προστασία του περιβάλλοντος.
Τον Νοέμβριο του 2025, στο πλαίσιο του One Planet Network και του Προγράμματος για τις Βιώσιμες Δημόσιες Προμήθειες, δημοσιεύθηκε το Global Framework for Action: Harnessing Sustainable and Circular Public Procurement to Drive Demand for a Near-Zero Emission and Resilient Built Environment. Το κείμενο αυτό υπογραμμίζει με σαφήνεια πως οι δημόσιες προμήθειες δεν αποτελούν απλώς μια λειτουργική διαδικασία, αλλά ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία των κυβερνήσεων για την επιτάχυνση της μετάβασης σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών, αποδοτικής στη χρήση των πόρων και ανθεκτικής απέναντι στις κλιματικές προκλήσεις.
Οι δημόσιες προμήθειες, ως στρατηγικός μοχλός αλλαγής, λειτουργούν ως κρίσιμος μηχανισμός εναρμόνισης των δημόσιων δαπανών με τους μακροπρόθεσμους στόχους βιωσιμότητας. Μέσα από την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων, οι δημόσιοι φορείς διαμορφώνουν πρότυπα αγοράς και ανεβάζουν τον πήχη υπευθυνότητας και ποιότητας. Έτσι, οι δημόσιες προμήθειες παύουν να είναι μια τυπική διοικητική διαδικασία και εξελίσσονται σε στρατηγικό εργαλείο πολιτικής με άμεσο αντίκτυπο στη λειτουργία της αγοράς, στις επενδύσεις και στη μετάβαση σε πιο υπεύθυνα επιχειρηματικά μοντέλα.
Οι κυβερνήσεις διαχειρίζονται ποσοστό των εθνικών δαπανών που σε αρκετές χώρες φτάνει το 15–20% του ΑΕΠ. Αυτό το αγοραστικό βάρος μπορεί να κατευθυνθεί προς προϊόντα και υπηρεσίες με χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, υψηλή ενεργειακή απόδοση, βελτιωμένες εργασιακές συνθήκες και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Όταν τα κριτήρια βιωσιμότητας ενσωματώνονται συστηματικά σε όλες τις φάσεις της προμήθειας, οι επιχειρήσεις ενθαρρύνονται να καινοτομήσουν, διαμορφώνονται νέες αγορές «πράσινων» και κυκλικών προϊόντων, βελτιώνεται ο ανταγωνισμός με όρους ποιότητας και όχι αποκλειστικά τιμής, και ενισχύεται η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Με άλλα λόγια, οι βιώσιμες προμήθειες μετατρέπουν την κρατική ζήτηση σε μοχλό οικονομικού μετασχηματισμού.
Η υιοθέτηση μετρήσιμων και αντικειμενικών κριτηρίων βιωσιμότητας μειώνει τις «γκρίζες ζώνες» στις διαδικασίες προμηθειών, οδηγώντας σε μεγαλύτερη διαφάνεια, περιορισμό φαινομένων διαφθοράς, ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας των φορέων και ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Παράλληλα, ευθυγραμμίζει τις δημόσιες προμήθειες με τους διεθνείς στόχους, ειδικά με τον Στόχο 12 των Ηνωμένων Εθνών για υπεύθυνη κατανάλωση και παραγωγή.
Τα βασικά οφέλη των βιώσιμων προμηθειών, όπως παρουσιάζονται στο Framework, δεν περιορίζονται σε δημοσιονομικά μεγέθη. Περιλαμβάνουν τη βέλτιστη αξιοποίηση δημόσιων πόρων μέσω της προσέγγισης «κόστος κύκλου ζωής», τη μείωση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, παραγωγή αποβλήτων, κατανάλωση πόρων), την ενίσχυση της κοινωνικής ευημερίας μέσω καλύτερων εργασιακών συνθηκών, και την προώθηση της καινοτομίας και της ανθεκτικότητας.
Συνεπώς, οι βιώσιμες και κυκλικές δημόσιες προμήθειες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «ηθική επιλογή», αλλά ως απαραίτητη πολιτική για τα σύγχρονα κράτη. Η ενσωμάτωση βιώσιμων κριτηρίων σε όλες τις δημόσιες συμβάσεις αποτελεί μοχλό συνοχής πολιτικών, μέσο ενίσχυσης υπεύθυνων αγορών και εργαλείο εξασφάλισης μακροπρόθεσμης κοινωνικής ευημερίας. Για τους δήμους και τους δημόσιους φορείς, η μετάβαση σε βιώσιμες προμήθειες δεν είναι απλώς υποχρέωση — είναι ευκαιρία να πρωτοστατήσουν στη διαμόρφωση μιας οικονομίας χαμηλών εκπομπών και ενός δομημένου περιβάλλοντος ανθεκτικού στις προκλήσεις του μέλλοντος.