Ενημέρωση με ένα κλικ

Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου: Κατανόηση, διάγνωση και αποτελεσματική διαχείριση

Μια ολοκληρωμένη επισκόπηση της συχνής αυτής διαταραχής του γαστρεντερικού, από τα συμπτώματα και τους παράγοντες κινδύνου έως τις σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις.

Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS) αποτελεί μια ευρέως διαδεδομένη διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος, που επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Πρόκειται για μια χρόνια πάθηση, χαρακτηριζόμενη από ποικίλα συμπτώματα μεταβαλλόμενης έντασης, τα οποία μπορούν να υποβαθμίσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Στην Ευρώπη, εκτιμάται ότι ένα στα οκτώ άτομα πάσχει από IBS, με τις γυναίκες να εμφανίζουν τη διαταραχή συχνότερα από τους άνδρες. Ενώ συνήθως εκδηλώνεται στην αρχή της ενήλικης ζωής, το ποσοστό των πασχόντων στην ηλικιακή ομάδα 45-64 ετών κυμαίνεται μεταξύ 18% και 20%.

Ο κ. Γεώργιος Κατσώρας, Επιμελητής Γαστρεντερολόγος, εξηγεί ότι το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, γνωστό και ως σπαστική εντεροκολίτιδα, είναι μια λειτουργική γαστρεντερική διαταραχή. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ορατή ή δομική βλάβη στο πεπτικό σύστημα, αλλά επηρεάζεται το παχύ έντερο (κόλον). Η ακριβής αιτία παραμένει άγνωστη, ωστόσο, θεωρείται ότι προκύπτει από έναν συνδυασμό παραγόντων, όπως μη φυσιολογικές συσπάσεις του παχέος εντέρου, υπερευαισθησία στον πόνο και διαταραχές στον άξονα εντέρου-εγκεφάλου, που αφορούν την επικοινωνία μεταξύ του εντερικού νευρικού συστήματος και του εγκεφάλου.

Τα συμπτώματα του IBS παρουσιάζουν μεγάλη ατομική ποικιλομορφία. Κάποιοι ασθενείς βιώνουν ήπια συμπτώματα, ενώ άλλοι υποφέρουν από πιο σοβαρές εκδηλώσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους. Τα πιο συχνά αναφερόμενα συμπτώματα περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος ή δυσφορία, φούσκωμα, αέρια, διάρροια, δυσκοιλιότητα, παρουσία βλέννας στα κόπρανα και αίσθημα ατελών κενώσεων.

Όπως επισημαίνει ο κ. Κατσώρας, αυτά τα συμπτώματα μπορεί να πυροδοτηθούν από συγκεκριμένες τροφές, το στρες, ορμονικές αλλαγές ή άλλους παράγοντες. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα συμπτώματα του IBS μπορεί να επικαλύπτονται με αυτά άλλων γαστρεντερικών παθήσεων, όπως η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (IBD), η κοιλιοκάκη ή η βακτηριακή υπερανάπτυξη του λεπτού εντέρου (SIBO). Για τη σωστή διάγνωση, η επίσκεψη σε ειδικευμένο ιατρό είναι απαραίτητη.

Η διάγνωση του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου δεν βασίζεται σε κάποια ειδική εξέταση, αλλά κυρίως στην παρουσία των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων και την απουσία άλλων παθολογικών καταστάσεων. Ο ιατρός λαμβάνει λεπτομερές ιατρικό ιστορικό, πραγματοποιεί κλινική εξέταση και ενδέχεται να ζητήσει εξετάσεις αίματος, ανάλυση κοπράνων ή απεικονιστικές μελέτες για τον αποκλεισμό άλλων νοσημάτων. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να κριθεί αναγκαία η διενέργεια κολονοσκόπησης ή ενδοσκόπησης.

Η διάγνωση βασίζεται στα ευρέως χρησιμοποιούμενα Κριτήρια της Ρώμης IV, τα οποία ισχύουν από το 2016. Σύμφωνα με αυτά, απαιτείται επαναλαμβανόμενο κοιλιακό άλγος ή δυσφορία για τουλάχιστον μία ημέρα την εβδομάδα τους τελευταίους τρεις μήνες, σε συνδυασμό με δύο ή περισσότερα από τα εξής: πόνο ή ενόχληση που σχετίζεται με την αφόδευση, αλλαγές στη συχνότητα των κενώσεων, και αλλαγές στη μορφή ή την εμφάνιση των κοπράνων. Βάσει αυτών των κριτηρίων, το σύνδρομο ταξινομείται σε τέσσερις υποτύπους: με δυσκοιλιότητα (IBS-C), με διάρροια (IBS-D), με μικτές συνήθειες (IBS-M) και μη υποτυποποιημένο (IBS-U).

Όσον αφορά την αντιμετώπιση, δεν υπάρχει οριστική θεραπεία, αλλά ποικίλες θεραπευτικές επιλογές εστιάζουν στη διαχείριση των συμπτωμάτων. Η θεραπεία συνήθως συνδυάζει αλλαγές στον τρόπο ζωής, διατροφικές τροποποιήσεις και φαρμακευτική αγωγή. Συνιστάται τακτική, όχι απαραίτητα έντονη, άσκηση, τεχνικές διαχείρισης του στρες (όπως αναπνευστικές ασκήσεις και γιόγκα) και επαρκής, ξεκούραστος ύπνος.

Διατροφικά, ενώ ορισμένες τροφές επηρεάζουν διαφορετικά τους ασθενείς, τροφές όπως τα λιπαρά, η καφεΐνη, το αλκοόλ, τα τρόφιμα πλούσια σε φυτικές ίνες, το γάλα και τα μπαχαρικά μπορεί να επιδεινώνουν τα συμπτώματα. Η αποφυγή τους ή ο περιορισμός τους κρίνεται απαραίτητος. Οι φυτικές ίνες, παρά την πιθανή πρόκληση συμπτωμάτων, είναι σημαντικές και η πρόσληψή τους δεν πρέπει να εξαλείφεται, αλλά να συνοδεύεται από αυξημένη κατανάλωση νερού. Ο ιατρός ή διατροφολόγος μπορεί να συστήσει συμπληρώματα όπως λιναρόσπορος, προβιοτικά και πρεβιοτικά. Συνιστάται επίσης η αποφυγή υδατανθράκων βραχείας αλύσου (FODMAP), όπως η λακτόζη και η φρουκτόζη.

Φαρμακευτικά, διατίθενται αντισπασμωδικά για τη μείωση της κοιλιακής κράμπας, καθαρτικά ή αντιδιαρροϊκά για τη ρύθμιση των κενώσεων, και σε ορισμένες περιπτώσεις, αντικαταθλιπτικά για την ανακούφιση από τον πόνο και τη δυσφορία. Συμπεριφορικές θεραπείες, όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) και η ιατρική υπνοθεραπεία, μπορούν να είναι αποτελεσματικές, ιδίως σε άτομα με σημαντικό άγχος.

Συμπερασματικά, αν και το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου είναι μια χρόνια πάθηση, τα περισσότερα άτομα μπορούν να ζήσουν μια φυσιολογική και υγιή ζωή με την κατάλληλη θεραπεία και αυτοφροντίδα. Η στενή συνεργασία με τον ιατρό για τη δημιουργία ενός εξατομικευμένου σχεδίου διαχείρισης είναι ζωτικής σημασίας.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com