Η Νικολέτα Βλαβιανού μιλά για τις «πισώπλατες μαχαιριές» και την αλλαγή στο θέατρο
Η γνωστή ηθοποιός αποκαλύπτει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην καλλιτεχνική της πορεία και τις διαφορές του σύγχρονου με το παλαιότερο θέατρο.
Η Νικολέτα Βλαβιανού, με αφορμή το νέο της θεατρικό εγχείρημα, παραχώρησε μια εκτενή συνέντευξη στην εφημερίδα “On Time Σαββατοκύριακο” και τη δημοσιογράφο Σίσσυ Μενεγάτου. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, η δημοφιλής ηθοποιός μίλησε για τις “πισώπλατες μαχαιριές” που έχει δεχθεί στην καλλιτεχνική της διαδρομή, αλλά και για τις εμφανείς διαφορές ανάμεσα στο θέατρο του παρελθόντος και το σημερινό.
Ερωτώμενη για τις αρνητικές εμπειρίες που βίωσε, η Νικολέτα Βλαβιανού παραδέχτηκε: “Βεβαίως. Και με πληγώνει πολύ, γιατί εγώ από τη δραματική σχολή έμαθα το «όλοι μαζί». Αυτό, δυστυχώς, δεν υπάρχει στο θέατρο. Είναι ένας χώρος απολύτως ανταγωνιστικός. Μου πήρε χρόνια να το καταλάβω. Και ακόμα πέφτω από τα σύννεφα όταν μου συμβαίνει”. Πρόσθεσε δε, ότι βρέθηκε συχνά στο στόχαστρο, ακόμη και από μεγαλύτερους σε ηλικία συναδέλφους, οι οποίοι, όπως εκτίμησε, ήθελαν απλώς να ευχαριστήσουν τον εκάστοτε επιχειρηματία.
Σχολιάζοντας τις διαφορές ανάμεσα στο παλιό και το σημερινό θέατρο, η ηθοποιός τόνισε: “Παλιά υπήρχε μεγαλύτερη αγάπη για το σύνολο και άμιλλα, όχι αυτός ο ανταγωνισμός που υπάρχει σήμερα. Δεν υπήρχαν οι παρεμβάσεις των μέσω, τα τηλεφωνήματα, οι πιέσεις, ακόμα και οι πολιτικές. Αν ήσουν ικανός, ανέβαινες στο σανίδι. Αν δεν ήσουν, δεν έμπαινες εύκολα”. Η Βλαβιανού υπέδειξε την αξιοκρατία ως το βασικό χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης, κάτι που, κατά την άποψή της, εξηγεί γιατί οι παλιές σειρές εξακολουθούν να προσελκύουν υψηλή τηλεθέαση.
Συνεχίζοντας την ανάλυσή της, η Νικολέτα Βλαβιανού ανέφερε ότι το σύγχρονο θέατρο έχει συνδεθεί άρρηκτα με οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις. “Μέχρι το 2000 το θέατρο ήταν επάγγελμα, ζούσαμε από αυτό. Γι’ αυτό και ήμασταν ενωμένοι οι ηθοποιοί και πετύχαιναν οι συλλογικές συμβάσεις. Μετά έγινε αστική – αν όχι μεγαλοαστική – συνήθεια. Πολλοί πια πριμοδοτούνται οικονομικά από τις οικογένειες τους ή απ’ οπουδήποτε”, κατέληξε.
