Αλέξανδρος Βάρθης: Από τα “καλά παιδιά” της σχολής στους σύνθετους ρόλους του “Grand Hotel”
Ο ηθοποιός μιλά για την αποδοχή του ως "κακός" στην τηλεόραση, την ισορροπία καριέρας-οικογένειας και τον "οργασμό δουλειάς" μετά την πανδημία.
Ο Αλέξανδρος Βάρθης, ο οποίος συμμετέχει στην επιτυχημένη σειρά “Grand Hotel”, παραχώρησε συνέντευξη στον “Τηλεθεατή” και στην Αθηνά Ζαχαράκη, αναλύοντας τη μεταμόρφωσή του από τους “καλούς” ρόλους που του ανατίθενταν κατά τη διάρκεια των σπουδών του, στους πολυδιάστατους τηλεοπτικούς χαρακτήρες που ενσαρκώνει σήμερα. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη σχέση του με τους “κακούς” ρόλους, τους οποίους, όπως παραδέχεται, απολαμβάνει, αλλά και στην ισορροπία που προσπαθεί να διατηρήσει ανάμεσα στην απαιτητική θεατρική σκηνή και τις τηλεοπτικές παραγωγές.
“Γιατί σας αναθέτουν ρόλους κακών;”, ρωτήθηκε ο ηθοποιός, απαντώντας με χιούμορ: “Γιατί μάλλον αρέσουν και σ’ εμένα!”. Ωστόσο, εξήγησε ότι κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη δραματική σχολή, οι καθηγητές του του απέδιδαν ρόλους “καλών παιδιών” που έσωζαν την ημέρα. Η πραγματικότητα, όμως, όπως φαίνεται, είναι διαφορετική, με το θέατρο και την τηλεόραση να τον κατευθύνουν προς πιο σκοτεινές πλευρές. “Έτσι, από τους πρώτους ρόλους που έπαιξα ήταν ενός παιδόφιλου. Στην τηλεόραση δε, από τις ‘Ψυχοκόρες’ και μετά, με έχουν βάλει στον χάρτη των κακών”, δήλωσε.
Παρά την αρχική έκπληξη, ο Βάρθης δηλώνει ότι απολαμβάνει αυτούς τους ρόλους, καθώς αποτελούν μια πρόκληση και μια ευκαιρία να εξερευνήσει πτυχές του εαυτού του που είναι αντίθετες με την προσωπικότητά του. “Μου αρέσει, γιατί δεν είμαι καθόλου έτσι στη ζωή μου”, είπε χαρακτηριστικά. Ειδικά από τη στιγμή που έγινε πατέρας, νιώθει την ευθύνη να αποτελεί ένα θετικό πρότυπο για τον γιο του, διδάσκοντάς του την αξία του να είναι πρωτίστως καλός άνθρωπος.
Ο ηθοποιός μοιράζεται τις δυσκολίες της καθημερινότητάς του, διαχειριζόμενος τα γυρίσματα, τις θεατρικές παραστάσεις και τον ρόλο του ως πατέρας. Συμμετέχει σε δύο παραστάσεις στο θέατρο “Μπέλλος”: την “Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα” και το “Απόψε κανείς δεν πεθαίνει”, ένα έργο που πραγματεύεται θέματα όπως το σεξ, η βία, η εξουσία, η πίστη και η αγάπη. Αναγνωρίζει ότι τα καταφέρνει, αλλά με μεγάλο κόστος, φτάνοντας στα όρια της σωματικής και ψυχικής αντοχής του, με έλλειψη ύπνου. Ωστόσο, θυμάται την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού, όπου οι ηθοποιοί βρέθηκαν άνεργοι, και εκφράζει την ικανοποίησή του για την τρέχουσα “οργασμό δουλειάς” που βιώνει.
