Δημήτρης Τάρλοου: Πένθος, Επίδαυρος και οι σκιές του παππού Καραγάτση
Ο σκηνοθέτης μιλάει για τις προκλήσεις της ζωής και της τέχνης, την απώλεια της μητέρας του και τη σύνθετη κληρονομιά του Μ. Καραγάτση.
Ο Δημήτρης Τάρλοου, ηθοποιός, μεταφραστής, σκηνοθέτης και εγγονός του σπουδαίου Μ. Καραγάτση, παραχώρησε συνέντευξη στην εκπομπή «Καλημέρα είπαμε;», όπου μοιράστηκε προσωπικές εμπειρίες και σκέψεις. Ο καλλιτέχνης μίλησε για την πρόσφατη απώλεια της μητέρας του, τις εμπειρίες του από την Επίδαυρο, τον ρόλο του στη σειρά «Η Μεγάλη Χίμαιρα», αλλά και για την πολύπλοκη σχέση του με τον παππού του, τον Μ. Καραγάτση.
«Το 2025 ήταν μια μεταβατική περίοδος για μένα, γεμάτη δυσκολίες», εξομολογήθηκε ο Τάρλοου, αναφερόμενος στην περίοδο μετά τον θάνατο της μητέρας του. «Η ψυχική κόπωση μετά από ένα πένθος είναι σημαντική, μέχρι να βρεις νέα ενδιαφέροντα και τρόπους να προχωρήσεις και να εξελίξεις τη δουλειά σου. Είναι μια σταδιακή διαδικασία που βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη».
Ο ίδιος τόνισε τη σημασία του θεάτρου στη ζωή του: «Το θέατρο είναι η καθημερινότητά μου, είναι η ζωή μου, δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτό». Παρόλα αυτά, αναγνώρισε ότι η δημιουργικότητα και η έμπνευση δεν είναι αυτονόητες εν μέσω πένθους. «Νομίζεις ότι μπορείς, αλλά πολλές φορές χρειάζεται απλώς να σταματήσεις και να αποδεχτείς. Αυτή η εύθραυστη ισορροπία ήταν δύσκολη. Πιστεύω όμως ότι τα κατάφερα, δημιούργησα μια παράσταση που με ικανοποίησε και μου έδωσε τη δύναμη να συνεχίσω με την χειμερινή παράσταση, η οποία είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα για μένα».
Αναφερόμενος στην πρώτη του σκηνοθεσία στην Επίδαυρο, ο Τάρλοου περιέγραψε ένα αίσθημα εκνευρισμού. «Έχω την αντίληψη ότι όλη αυτή η ιστορία με την Επιδαύρια χλιδή και αίγλη – και τα δύο υπάρχουν – σε συνδυασμό με την είσοδο στο σπουδαιότερο θέατρο του κόσμου, δημιουργεί μια υποχρέωση, ένα βάρος που δεν έχει σχέση με την πραγματική καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία». Επιπλέον, επεσήμανε την ανάγκη να ικανοποιηθούν πολλοί παράγοντες: «Πρέπει να σκέφτεσαι το υπόλοιπο της περιοδείας, τα θέατρα στην Αλεξανδρούπολη, τη Λάρισα, το Βόλο, τα νησιά, να σκέφτεσαι όλο αυτόν τον κόσμο που θα δει την παράσταση, καθώς και το οικονομικό σκέλος, το οποίο δεν είναι ασήμαντο».
Ο Τάρλοου, ο οποίος ασχολείται ολιστικά με το θέατρο – παράγει, σκηνοθετεί, παίζει και μεταφράζει – γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι να σταθεί ένα θέαμα στην επαρχία, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές προσλήψεις του κοινού. «Η Επίδαυρος σήμαινε δύο όμορφες βραδιές, και άλλες δύο στο Ηρώδειο, με πολύ κόσμο και μεγάλη αποδοχή. Τέτοια πράγματα δεν τα είχα ξαναδεί, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ζω για τέτοιες στιγμές. Είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος».
Για τον παππού του, τον Μ. Καραγάτση, ο Δημήτρης Τάρλοου ανέφερε ότι δεν τον γνώρισε προσωπικά, καθώς ο συγγραφέας πέθανε έξι χρόνια πριν γεννηθεί εκείνος. Η γνώση του περιορίστηκε μέσω της μητέρας και της γιαγιάς του. «Η Νίκη Καραγάτση, η γιαγιά μου, ήταν πολύ χαμηλών τόνων και κρυφή, αλλά περισσότερο απ’ τη μαμά μου έμαθα».
Η σχέση της μητέρας του με τον Καραγάτση χαρακτηρίστηκε από τον Τάρλοου ως «τραυματική», καθώς έληξε απότομα χωρίς δυνατότητα επανόρθωσης ή επούλωσης. «Η μητέρα μου ήταν 24 χρονών όταν πέθανε ο Καραγάτσης, ήταν πολύ μικρή. Ο Καραγάτσης πέθανε 52 ετών – με τα σημερινά δεδομένα, ένας νέος άνθρωπος. Είχε πολλά να δώσει ακόμα. Το ημιτελές «10» του ήταν ένα μυθιστόρημα ποταμός, εξαιρετικά μοντέρνο και σκληρό». Ο αιφνίδιος θάνατός του από καρδιά δεν άφησε περιθώρια επούλωσης των τραυμάτων, αφήνοντας την κόρη του γεμάτη αμφιβολίες για τα αισθήματα του πατέρα της.
Ο Τάρλοου περιέγραψε τον Μ. Καραγάτση ως έναν άνθρωπο με δύο όψεις: «Από τη μια, ήταν ζωντανός, εύθυμος, ο καλύτερος αφηγητής, σαν να άκουγες παραμύθι. Από την άλλη, ήταν βαρύθυμος, με δύσκολο ύπνο, ευαίσθητος, όπου μια μικρή ενόχληση μπορούσε να τον ταράξει για ώρες. Με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν τρομοκράτης: Πατέρας-αφέντης, τρομοκράτης. Κανονικά».
