Μελ Γκίμπσον: Από τον “Mad Max” στα Όσκαρ και την επιστροφή του “τρελο-Μελ”
Ο θρυλικός ηθοποιός και σκηνοθέτης, που έκλεισε τα 70, κλείνει 46 χρόνια παρουσίας στον κινηματογράφο, με μια πορεία γεμάτη δυσκολίες, επιστροφές και εμβληματικούς ρόλους.
Ο Μελ Γκίμπσον, ο σταρ που έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στον κινηματογράφο, ετοιμάζεται να γιορτάσει τα 70 του χρόνια, συμπληρώνοντας παράλληλα 46 χρόνια από την πρώτη του εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη. Η πορεία του, από το βίαιο ντράιβ του “Mad Max” μέχρι τη σκηνοθεσία του βραβευμένου με Όσκαρ “Braveheart”, είναι γεμάτη από ανατροπές, δυσκολίες και εντυπωσιακές επιστροφές.
Πρόσφατες επισκέψεις του στο Άγιον Όρος και τη Ρώμη, φήμες για τη δημιουργία του σίκουελ του “Τα Πάθη του Χριστού”, σηματοδοτούν την συνεχιζόμενη παρουσία του στον χώρο. Ο Γκίμπσον, παρά τις προσωπικές του δυσκολίες και τις διενέξεις του με το Χόλιγουντ, έχει αποδείξει την αντοχή του, επιστρέφοντας δυναμικά στην πρώτη γραμμή.
Η πολιτική του στήριξη στον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και οι συντηρητικές του απόψεις απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και την “woke ατζέντα”, τον έχουν συχνά φέρει στο προσκήνιο. Ωστόσο, πέρα από τις πολιτικές του πεποιθήσεις και την ταραχώδη ζωή του, το ταλέντο του ως ηθοποιός και σκηνοθέτης παραμένει αδιαμφισβήτητο, οδηγώντας τον σε εμβληματικούς ρόλους και αξέχαστες σκηνοθετικές δουλειές.
Γεννημένος στη Νέα Υόρκη στις 3 Ιανουαρίου 1956, ο Μελ Κόλουμσιλ Τζέραρντ Γκίμπσον μετακόμισε με την οικογένειά του στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας το 1968. Εκεί, η μοίρα τον έφερε στον ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτη Τζορτζ Μίλερ, ο οποίος του έδωσε τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο στο “Mad Max” (1979). Ο ρόλος του Μαξ Ροκατάνσκι τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο αγαπημένους αντιήρωες του κινηματογράφου.
Η επιτυχία του “Mad Max” άνοιξε τον δρόμο για περαιτέρω διεθνή αναγνώριση. Μετά από ρόλους όπως στο “Καλλίπολη 1915” (1981), ο Γκίμπσον χαρακτηρίστηκε ως ο νέος Στιβ ΜακΚουίν. Συνέχισε με επιτυχίες όπως τα “Mad Max 2” (1981), “Επικίνδυνα Χρόνια” (1982), “Η Ανταρσία του Μπάουντι” (1984) και “Το Ποτάμι της Οργής” (1985).
Η καριέρα του εκτοξεύτηκε το 1987 με το franchise “Φονικό Όπλο”, όπου η συνεργασία του με τον Ντάνι Γκλόβερ και τον σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Ντόνερ, δημιούργησε έναν από τους πιο εμπορικούς σταρ του Χόλιγουντ.
Το 1995, ο Γκίμπσον απέσπασε την αναγνώριση ως σκηνοθέτης με το “Braveheart”, κερδίζοντας δύο Όσκαρ. Ακολούθησαν και άλλες σκηνοθετικές απόπειρες, όπως το “Apocalypto” (2006) και το αμφιλεγόμενο “Τα Πάθη του Χριστού” (2004).
Η περίοδος αυτή σηματοδοτήθηκε από δηλώσεις του που τον έφεραν στη “μαύρη λίστα” του Χόλιγουντ, σε συνδυασμό με καταγγελίες για κακομεταχείριση. Για μια δεκαετία, ο Γκίμπσον βρέθηκε στο περιθώριο, με την Τζόντι Φόστερ να του δίνει μια ευκαιρία στο δράμα “The Beaver” (2011).
Η θριαμβευτική του επιστροφή ήρθε το 2016 με το αντιπολεμικό δράμα “Αντιρρησίας Συνείδησης”, που του χάρισε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ σκηνοθεσίας. Παρά τις μεταγενέστερες ταινίες χαμηλότερης εμπορικότητας, ο Μελ Γκίμπσον παραμένει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και αμφιλεγόμενους ηθοποιούς και σκηνοθέτες, έτοιμος να μας εκπλήξει ξανά.
