Ενοχή για το Predator: Ο εισαγγελέας ζητά αυξημένες ποινές για τους τέσσερις κατηγορούμενους
Σκληρή εισαγγελική αγόρευση για την υπόθεση υποκλοπών, χαρακτηρίζοντας τη χρήση του λογισμικού «βάναυση παραβίαση» και «απειλή για τη δημοκρατία».
Ο εισαγγελέας της έδρας του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, Δημήτρης Παυλίδης, ζήτησε την ενοχή των τεσσάρων κατηγορούμενων στην υπόθεση υποκλοπών μέσω του παράνομου λογισμικού Predator. Ειδικότερα, ο εισαγγελέας πρότεινε τη μετατροπή ορισμένων πράξεων από «κατ’ εξακολούθηση» σε «κατά συρροή», κίνηση που, εφόσον γίνει δεκτή από το δικαστήριο, αναμένεται να οδηγήσει σε αυξημένες ποινές.
«Είναι αποκρυσταλλωμένο ότι είναι παράνομη η χρήση του λογισμικού στη χώρα. Παραβιάζει, βάναυσα, προσωπικά δεδομένα. Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν… Τυχόν χρήση του από υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί ….σημείο αφύπνισης», τόνισε ο κ. Παυλίδης, υπογραμμίζοντας ότι είναι αδιαμφισβήτητο πως «το Predator λειτούργησε στην επικράτεια της Ελλάδας».
Ο εισαγγελικός λειτουργός ανέλυσε λεπτομερώς τα τεχνικά και άλλα ζητήματα της υπόθεσης, για την οποία κατηγορούνται ένα ζευγάρι αλλοδαπών και δύο Έλληνες, υπεύθυνοι των εμπλεκομένων εταιρειών. Οι τέσσερις αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, καθώς και παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα. Σύμφωνα με την κατηγορία, οι πράξεις αυτές τελέστηκαν την περίοδο 2020-2021, με την εφαρμογή του ευνοϊκότερου νόμου του 2019, ο οποίος υποβάθμισε το αδίκημα της παραβίασης απορρήτου των επικοινωνιών από κακούργημα σε πλημμέλημα.
Ο κ. Παυλίδης, κατά την αγόρευσή του, παρουσίασε λεπτομερώς τη λειτουργία και τις δυνατότητες του spyware, ενώ ξεδίπλωσε το πλέγμα των εταιρειών και των προσώπων που συνδέονται με το Predator. Ειδικότερα, αναφέρθηκε στον αλλοδαπό κατηγορούμενο από το Ισραήλ, ο οποίος φέρεται να είναι ιδρυτής και ιδιοκτήτης της βασικής εταιρείας που εμπορεύεται το Predator, επισημαίνοντας δημοσιεύματα που τον τοποθετούν επικεφαλής επίλεκτης μυστικής υπηρεσίας στην πατρίδα του, εξειδικευμένης στην ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών. Επίσης, εξήγησε τη σχέση των άλλων δύο κατηγορούμενων ελληνικής καταγωγής και της συζύγου του ιδρυτή με την εταιρεία και το κατασκοπικό λογισμικό, επικαλούμενος συγκεκριμένες συναλλαγές και τιμολόγια.
«Δεν μπορούμε να κρύψουμε ποινικά αδικήματα πίσω από εταιρικά σχήματα», δήλωσε ο εισαγγελέας, χαρακτηρίζοντας την επέμβαση στο σύστημα αρχειοθέτησης ενός smartphone από το Predator «έγκλημα βλάβης της ιδιωτικότητας». Τόνισε ότι τέτοια προγράμματα θίγουν τον πυρήνα των πιο προσωπικών δεδομένων, όπως οικονομικά, τραπεζικά ή υγείας, σημειώνοντας πως «όσο πιο ψηλά στην πολιτική ή οικονομική ιεραρχία είναι κάποιος, τόσο πολυτιμότερες είναι οι πληροφορίες του smartphone». Διευκρίνισε ότι το κακόβουλο λογισμικό δεν απευθυνόταν σε ιδιώτες, αλλά σε κράτη, προσφέροντας μια «σουίτα παραποιήσεων» που εξασφάλιζε κέρδος στην εταιρεία και μεγαλύτερη εξάρτηση του πελάτη.
Ο εισαγγελικός λειτουργός έκανε λόγο για «καταπέλτη» κατά της εταιρείας που εμπορεύεται το Predator, αναλύοντας το καταστατικό της και τις ιδιαιτερότητές της, παρά τη δηλωμένη ευρεία δραστηριότητά της. Απάντησε επίσης στις αιτιάσεις της υπεράσπισης, απορρίπτοντας την αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων της έρευνας του Citizen Lab. Τέλος, εξήγησε γιατί η αποστολή μηνυμάτων με το μολυσμένο σύνδεσμο συνιστά απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων και όχι απλώς προπαρασκευαστική πράξη. Η δίκη συνεχίζεται με αγορεύσεις από τους δικηγόρους.
